Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δράκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δράκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Ο θετός γιος του δράκου και η Πεντάμορφη




Ίσως το πιο όμορφο, κατά τη γνώμη μου, ελληνικό λαϊκό παραμύθι. Από τη Θράκη....
Gina "Genie" Perez
  Ήταν ένας βασιλιάς και δεν έκανε παιδιά.  Μια φορά τον πήρε το παράπονο και βγήκε έξω από τη χώρα να περπατήσει για να ξεδώσει ο νους του. Εκεί που περπατούσε, τον βρίσκει ένας ασκητής, που ήταν δράκος και λέει του βασιλιά: «Ώρα καλή, αφέντη βασιλιά. Πού πηγαίνεις έτσι ολομόναχος και πεζός και δεν έχεις κανένα στρατιώτη μαζί σου;» «Τι να σου πω, γέροντα;» αποκρίθηκε ο βασιλιάς. «Δεν κάνω παιδιά. Και απ' αυτό το παράπονο βγήκα έξω να περπατήσω κομμάτι, για να ξεδώσει ο νους μου, γιατί είμαι για να σκάσω». Τότε ο ασκητής του λέει: «Εγώ θα σου δώσω ένα γιατρικό να κάνεις παιδί, αλλά θέλω όταν θα γίνει δώδεκα χρονών, να μου το δώσεις να το σπουδάσω και πάλι να σου το φέρω». «Γίνεται», είπε ο βασιλιάς. Τότε ο δράκος βγάζει και του δίνει ένα μήλο και του λέει: «Το μισό να φάει η βασίλισσα και τ' άλλο μισό να το φάει ο βασιλιάς να κάνει παιδί».

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Ο γιος του πατσάχ και η σιμουράγγα




Το παραμύθι αυτό έρχεται από την Τουρκία.

Είναι δεν είναι αλήθεια, ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας πατισάχ* που είχε τρεις γιους. Στον κήπο του μεγάλωνε μια μηλιά.
Η μηλιά αυτή κάθε χρόνο έκανε τρία χρυσά μήλα, ο πατισάχ όμως, δεν προλάβαιινε να δοκιμάσει κανένα από αυτά.
έτσι, μια μέρα φώναξε τους γιους του και τους είπε: "Μονάκριβοι μου γιοι, ποτέ μου δεν μπόρεσα να γευτώ αυτά τα μήλα. Εσείς γίνατε κοτζάμ παλικάρια και μέχρι τώρα δεν έχετε πάρει χαμπάρι ποιος τα κόβει".
"Πατέρα, θα πάω αυτή τη νύχτα να φυλάξω τη μηλιά και ο, τι και να γίνει θα κόψω και θα σου φέρω τα μήλα", είπε ο μεγαλύτερος γιος. "Πολύ καλά!" συμφώνησε ο σαχής.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Ένα παραμύθι για το καλωσόρισμα






Άνοιξε Κουδουμουντού!
Μια φορά ήταν ένας γέρος πολύ πλούσιος και είχε δύο παιδιά, ο μεγάλος ήταν  άδικος και φιλάργυρος ενώ ο μικρός ήταν πολύ καλός, γλυκόλαλος και καλόγνωμος, κανένα δεν ήθελε να βλάψει. Κάποια στιγμή πέθανε ο γέρος και άφησε ο, τι είχε στα δύο του παιδιά. Ο φιλάργυρος με τις αδικίες του δεν έδωσε τίποτε στο μικρότερο αδερφό του, τον έδιωξε κι από το σπίτι, κι έτσι εκείνος πήρε τη γυναίκα του και τα παιδιά του και πήγε και έμενε σ' ένα σπίτι πολύ φτωχικό, δούλευε και ζούσε.
Ένα χρόνο έπεσε μεγάλη πείνα, δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά του και την γυναίκα του. Πηγαίνει λοιπόν στον αδελφό του, πέφτει στα πόδια του, τον παρακαλάει να του δώσει τίποτε για να μπορέσει να ζήσει, όμως αυτός τον έδιωξε κακήν κακώς. Εκεί τότε ο καλόκαρδος αδερφός, πήρε την απόφαση να πάει στα άγρια βουνά να τον φάνε οι λύκοι. Εκείνη τη χρονιά χειμώνας  ήταν πολύ βαρύς. Περπάταγε, περπάταγε, περπάταγε, ώσπου νύχτωσε. Είπε τότε με τον νου του: «Πού πηγαίνω; τι κάνω; τα παιδιά μου, αν χαθώ, τι θα γίνουν;» Κι έκλαψε, δεν ήξερε πού και βρισκόταν, στην ξαστεριά μόνο είδε ένα έρημο χάνι, τρύπωσε εκεί μέσα,  και πολεμούσε να κλείσει τα μάτια του να κοιμηθεί. Κι ενώ η νύχτα περνούσε, κάποια στιγμή ακούει ποδοβολητά και φωνές. Βλέπει ξαφνικά να έρχονται προς το μέρος του σαράντα άγριοι δράκοι, φορτωμένοι από ένα δισάκι.