Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαγικό παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαγικό παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Άτιτλο (Το κεφάλι-γαμπρός)


Kathleen Lolley
Κάποτε ήτανε μια βασίλισσα και μια παπαδιά. Ήτανε γειτόνισσες και πολύ αγαπημένες. Αλλά και οι δύο δεν είχανε παιδιά. "Αχ! να 'χα ένα παιδάκι", όλο έλεγε και παρακαλιόταν η παπαδιά, ώσπου μια μέρα, πάει στη βασίλισσα και της λέει! "Τι να κάνουμε λειτουργίες, να παρακαλεσθούμε. Δεν παίρνουμε λίγο λιβάνι και λίγο κερί, να πάμε στο βουνό στην κορφή, να κλαίμε γονατιστές, να μας δώσει ο θεός ένα παιδάκι..."

Πάνε λοιπόν, ανεβαίνουνε στην κορφή του βουνού κι άρχισαν να κλαίνε και να παρακαλιούνται. Τέλος, κατέβηκε ένας άγγελος και τους έδωσε ένα μήλο. Πήγανε στο σπίτι, το μοιραστήκανε κι οι δύο και μείνανε έγκυες. Γέννησε η βασίλισσα κι έκανε παιδί, κορίτσι. Γεννάει κι η παπαδιά αλλά, αντίς για παιδί, γεννάει ένα κεφάλι! Μάνα, ένα κεφάλι! Πέσανε πια στα μαύρα πανιά. Κι όχι τίποτ' άλλο αλλά που 'χάνε ορκιστεί κι οι δύο να τα παντρέψουνε τα παιδιά τους, μόλις γίνουν σε ηλικία.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Ντιλρουκές*



*Ντιλρουκές είναι περσική λέξη και σημαίνει την ελκυστική για την καρδιά και την ψυχή.
Το παραμύθι αυτό έρχεται από την Τουρκία.
Genie Perez, Sun and moon

Ψέμα είναι, αλήθεια είναι, μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα κοντά στα μέρη που ζουν οι γίγαντες, ζούσαν τρεις πολύ φτωχές αδελφές. Κάθε νύχτα μέχρι τα χαράματα, γνέθανε βαμβάκι, έραβαν και κεντούσαν. Το πρωί μία από αυτές πήγαινε ο, τι είχαν φτιάξει στην αγορά, τα πούλαγε και αγόραζε ο, τι χρειάζονταν για να πιουν, να φάνε και να ζεσταθούν.
Μια φορά ο πατισαχ (βασιλιάς) αυτής της χώρας, οργισμένος για κάποιο λόγο με τους υπηκόους του, διέταξε επί τρεις νύχτες να μην ανάψει κανένας φως στο σπίτι του. Όποιος τολμούσε να παραβεί την εντολή του, θα τιμωρούταν.
Τι να κάνουν οι κοπέλες; Στα σκοτεινά δε γίνεται δουλεία. Εάν δεν δούλευαν όμως, την επόμενη μέρα θα πεινούσαν. Έτσι, κρέμασαν χοντρές κουρτίνες στα παράθυρα των δωματίων, άναψαν ένα μικρό καντήλι και συνέχισαν τη δουλειά τους.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Τα Τρία Κίτρα ή Η Τρισεύγενη





Gustav Klimt



Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Γιαννούκου Μαρία που το άκουσε από τη Δήμητρα Κελεκίδου από τη Θήβα.*


Μια φορά και ένα καιρό ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Δεν κάνανε παιδιά. Μια μέρα, νύχτα παρακάλεσε το Θεό να της δώσει ένα αγοράκι. Κι έλεγε η βασίλισσα: «αν ο Θεός μου δώσει ένα αγοράκι, θα κάνουμε όλες τις βρύσες να τρέχουν τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέλι, γάλα και βούτυρο». Τους άκουσε ο Θεός και τους έδωσε ένα αγοράκι. Αυτοί από τη χαρά τους ξέχασαν το τάμα τους.

Το παιδί μεγάλωσε και πήγαινε σχολείο. Μια μέρα το συνάντησε μια γυναίκα και του είπε: « Παιδάκι μου, να πεις στη μάνα σου το τάμα που έταξε δεν το έκανε και αυτό που της έδωσα θα της το πάρω». Το παιδί το ξέχασε να το πει στη μάνα του. Την άλλη μέρα, το συναντάει πάλι και το ρωτάει αν το είπε. Και το παιδί είπε πως το ξέχασε. Η γριά του λέει να μην το ξεχάσει να το πει. Το παιδί το είπε στη βασίλισσα, μα αυτή και πάλι δεν το υποψιάστηκε. Παρουσιάστηκε το βράδυ στον ύπνο της και της είπε:«Κυρά μου, το τάμα που έταξες δεν το έκανες και το παιδί που σου έδωσα θα σου το πάρω». Σηκώθηκε ταραγμένη και είπε στο βασιλιά: «Βασιλιά μου, μου είπε η Παναγία στον ύπνο μου ότι θα μας πάρει το παιδί γιατί δεν κάναμε το τάμα μας». Την άλλη μέρα έκαναν τις βρύσες να τρέχουν
τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέλι, γάλα, βούτυρο. Πήρε όλος ο κόσμος και μια γριά δεν πρόφτασε να πάρει. Πήγε στο τέλος μ' ένα τσουκαλάκι και μάζευε με το δάχτυλο της μέλι από την κάνουλα της βρύσης. Δίπλα στη βρύση ήταν μια μάντρα ψηλή και καθότανε το βασιλόπουλο και κοίταζε τη γριούλα που μάζευε το μέλι.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Ένα παραμύθι για το καλωσόρισμα






Άνοιξε Κουδουμουντού!
Μια φορά ήταν ένας γέρος πολύ πλούσιος και είχε δύο παιδιά, ο μεγάλος ήταν  άδικος και φιλάργυρος ενώ ο μικρός ήταν πολύ καλός, γλυκόλαλος και καλόγνωμος, κανένα δεν ήθελε να βλάψει. Κάποια στιγμή πέθανε ο γέρος και άφησε ο, τι είχε στα δύο του παιδιά. Ο φιλάργυρος με τις αδικίες του δεν έδωσε τίποτε στο μικρότερο αδερφό του, τον έδιωξε κι από το σπίτι, κι έτσι εκείνος πήρε τη γυναίκα του και τα παιδιά του και πήγε και έμενε σ' ένα σπίτι πολύ φτωχικό, δούλευε και ζούσε.
Ένα χρόνο έπεσε μεγάλη πείνα, δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά του και την γυναίκα του. Πηγαίνει λοιπόν στον αδελφό του, πέφτει στα πόδια του, τον παρακαλάει να του δώσει τίποτε για να μπορέσει να ζήσει, όμως αυτός τον έδιωξε κακήν κακώς. Εκεί τότε ο καλόκαρδος αδερφός, πήρε την απόφαση να πάει στα άγρια βουνά να τον φάνε οι λύκοι. Εκείνη τη χρονιά χειμώνας  ήταν πολύ βαρύς. Περπάταγε, περπάταγε, περπάταγε, ώσπου νύχτωσε. Είπε τότε με τον νου του: «Πού πηγαίνω; τι κάνω; τα παιδιά μου, αν χαθώ, τι θα γίνουν;» Κι έκλαψε, δεν ήξερε πού και βρισκόταν, στην ξαστεριά μόνο είδε ένα έρημο χάνι, τρύπωσε εκεί μέσα,  και πολεμούσε να κλείσει τα μάτια του να κοιμηθεί. Κι ενώ η νύχτα περνούσε, κάποια στιγμή ακούει ποδοβολητά και φωνές. Βλέπει ξαφνικά να έρχονται προς το μέρος του σαράντα άγριοι δράκοι, φορτωμένοι από ένα δισάκι.