Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Η Κακιά Μάνα


Fairytale Sky, Amy Crook.


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα και είχαν ένα γιο, που τον λέγανε Γιαννάκη. Ήταν πολύ καλό αγοράκι, πολύ έξυπνο και αγαπούσε τα γράμματα.

Ο πατέρας του Γιαννάκη έβγαινε συχνά-πυκνά να κυνηγήσει και μερικές φορές έμενε μέρες και νύχτες στο βουνό για να πιάσει ζώα. Κάθε μέρα, το πρωί το παιδί πήγαινε σχολείο και η μητέρα του ασχολιόταν με το νοικοκυριό. Δούλευε και στα χωράφια και στο περιβόλι τους, και μια μέρα τα έφερε έτσι η τύχη και ερωτεύτηκε έναν άντρα.



Πέρασε κάμποσος καιρός, μέχρι που μια μέρα ο Γιαννάκης γύρισε στο σπίτι, όχι τη συνηθισμένη ώρα, μα πιο νωρίς γιατί τον πόναγε η κοιλιά του. Τι να δει! Τη μάνα του με τον εραστή της. Τρελός από θυμό της λέει: "Θα δεις, θα μου το πληρώσεις, ας έρθει ο πατέρας μου και θα δεις, θα του τα πω όλα!", και δίνει μια και φεύγει.

Το βράδυ, νατος ο Γιαννάκης έρχεται σπίτι. Κάθεται σε μια γωνιά ακούνητος και αμίλητος. Η μάνα του του φτιάχνει να φάει, και τι δεν του φτιάχνει. Να οι τηγανίτες, να και τα σπαράγγια στα κάρβουνα, να κι από δω, να κι από κει, κοιτάει να τον καλοπιάσει και να τον χαϊδολογάει, να μην μαρτυρήσει στον πατέρα του.

Ο καιρός όμως πέρασε, και έφτασαν οι μέρες που θα γύρναγε ο άντρας της στο σπίτι. Σκέφτεται λοιπόν: "πρέπει να ξεφορτωθώ το Γιαννάκη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, δε βρίσκω τίποτ' άλλο να κάνω αλλιώτικο. Αν το μάθει ο άντρας μου θα με σκοτώσει".

Την άλλη μέρα ξημέρωνε Σάββατο. Λέει λοιπόν η μάνα στο γιο της:
"Γιαννάκη, έλα να σε ξεψειρίσω, γιατί ο πατέρας σου θα γυρίσει απόψε, μη σε βρει βρώμικο". Βάζει το παιδί το κεφάλι του στα γόνατα της μάνας του και εκείνη κάνει πως του βγάζει τις ψείρες. Παίρνει τότε ένα μαχαίρι που ήταν κρυμμένο πίσω της και του κόβει το κεφάλι.

Μετά απ'αυτό, καθαρίζει γρήγορα-γρήγορα τα αίματα παντού. Ανοίγει την κοιλιά του Γιαννάκη και του βγάζει το συκώτι. Πάει κάτω στο κατώι και θάβει το κεφάλι και το σώμα του γιου της. Ύστερα πλένει και ξαναπλένει το συκώτι του παιδιού, που δε σταματάει να βγάζει αίματα. Μετά το αλατοπιπερώνει και, ήσυχη-ήσυχη, περιμένει τον άντρα της για να το τηγανίσει την κατάλληλη ώρα.

Όταν βράδιασε για τα καλά, ακούει τα ποδοβολητά του αλόγου και βγαίνει στην αυλόπορτα. Ο άντρας της, μη βλέποντας το γιο τους, τη ρωτάει:
"Ε, γυναίκα, που είναι ο Γιαννάκης; Έφερα πέρδικες και λαγούς και ένα ελάφι ζωντανό για λόγου του"
"Δε γύρισε ακόμη από το σχολείο".
Χωρίς να της απαντήσει ο πατέρας, αφήνει στην αυλή το κυνήγι και τραβάει για το σχολείο.
"Ε, δάσκαλε, που είναι ο γιος μου;"
"Κάνει κάμποσες μέρες που δεν τον είδα κι εγώ, και τώρα ερχόμουν σπίτι σου να δω τι έγινε".

Ο πατέρας δίνει μια με το καμτσίκι του αλόγου του και γυρνάει σπίτι του.
"Ε, γυναίκα ο Γιαννάκης δεν είναι στο σχολείο, που είναι, ανησυχώ πολύ"
"Μη νοιάζεσαι, θα πέρασε από τη γιαγιά του να δει τι κάνει".

Ο άντρας της δίχως να χάσει καιρό, ορμάει στην άκρη του χωριού, που μένει η μάνα του.
"Ε, μάνα που είναι ο Γιαννάκης, που είναι το παιδί μας, δεν είναι στο σχολείο!"
"Δεν τον είδα κι εγώ τέσσερις μέρες, κι έλεγα με ξέχασε το παλιόπαιδο, δεν έρχεται πια να με δει".

Τρέχει παντού ο καημένος ο άνθρωπος και ρώταγε τον πάσα ένα αν είδε το γιο του, μα κανένας δεν τον είχε δει. Πάει σπίτι και απελπισμένος ρώταγε και ξαναρώταγε τη γυναίκα του. Αυτή όμως του ορκιζόταν πως ο Γιαννάκης ήταν σπίτι πριν από λίγο και ότι όσοι λένε ότι δεν τον είδαν είναι ψεύτες και χαζοί. Και να από δω, να από κει, κοιτάει να τον καθησυχάσει και του λέει να φάει, και θα πάνε μετά να τον ψάξουν οι δυο τους.

Βάζει λοιπόν το τηγάνι στη φωτιά και φτιάχνει το συκώτι. Το σερβίρει στον άντρα της, αλλά μόλις αυτός πάει να πιάσει ένα κομματάκι από το πιάτο...
"Όχι!" φωνάζει το συκώτι
"Γυναίκα αυτό το συκώτι μιλάει, τι τρέχει;"
"Φάε, είσαι κουρασμένος και ακούς φωνές. Φάε, και μετά θα είσαι καλύτερα".

Πάει λοιπόν να ξανατσιμπήσει ένα κομμάτι από το συκώτι, όμως ακούει μια λεπτή φωνή που του λέει:
Αν είσαι Τούρκος φάε με
Οβριός καταπιέ με
κι αν είσαι ο πατέρας μου
σκύψε και φίλησε με.

Ο πατέρας καταλαβαίνει αμέσως τι γίνεται. Σηκώνεται, αρπάζει τη γυναίκα του από τα μαλλιά και τη χτυπάει στον τοίχο δυνατά...και τη σκοτώνει. 
Και τώρα, τριγυρνάει μοναχός του στο σπίτι του, περιμένει να έρθει ο θάνατος να τον πάρει. Το βράδυ, βλέπει τα παιδιά που παίζουν έξω και κυλάνε δάκρυα στα βαθουλά του μάγουλα. 
Farytale Sky 4, Amy Crook.













Το παραμύθι αυτό καταγράφτηκε από την Μαργαρίτα Ξανθάκου, ο τόπος προέλευσης του είναι η Μάνη και βρίσκεται στο βιβλίο της Άννας Αγγελοπούλου "Ελληνικά Παραμύθια Β᾿. Τα Αλληλοβόρα", Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα, 2004.

.................................................................................................................................................
Την αλληλοβορά ως οικογενειακό φαινόμενο την πρωτοσυναντάμε στους αρχαιοελληνικούς μύθους: ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του για να παραμείνει αιώνια στο θρόνο του, ως την ημέρα που του ξέφυγε ο Δίας, η Γαία, αφού αναδύθηκε από το Χάος, γέννησε πρώτα τον Ουρανό, κι αφού ενώθηκε μαζί του, γέννησε τους Τιτάνες, τις Τιτανίδες και τους Κύκλωπες, ο Κρόνος ευνούχισε τον πατέρα του με τη βοήθεια της μητέρας του Γαίας, και αμέσως μετά κατακρήμνισε τα αδέρφια του στα Τάρτατρα (Αγγελοπούλου, 2004).
Κανιβαλισμός και αιμομιξία αποτελούσαν στους μύθους ένα αφηγηματικό επεισόδιο, τρομακτικό ως επί το πλείστον. Σύμφωνα με τους εθνολόγους, η ανθρωποφαγική πράξη είναι στην ουσία πράξη ενσωμάτωσης, και, σε συμβολικό επίπεδο, τρώμε κάποιον ή κάτι που θέλουμε να οικειοποιηθούμε. "Χρησιμοποιείται άραγε η κανιβαλιστική μεταφορά στη μυθολογία, από τη στιγμή που η πράξη αυτή θεωρείται όχι μόνο ανίερη αλλά και βάρβαρη; Ουσιαστικά, ούτε ο ίδιος ο Κρόνος τολμούσε να φάει στ' αλήθεια τα παιδιά του. Τα κατάπινε αμάσητα, όπως ο λύκος τα επτά κατσικάκια, αφήνοντας το ενδεχόμενο της αναγέννησης τους. Η απόρριψη της πράξης επιτρέπει τη φαντασιακή της αναδίπλωση και άνθηση, που διέπεται από τους ίδιους κανόνες, όπου συνήθως τρώγεται ο, τι είναι ερωτικά επιθυμητό. Η απώθηση της ανθρωποφαγίας στην παρωχημένη αγριότητα, στη συλλογική ανθρώπινη προϊστορία ή σε κόσμους χαμένους, μας επιτρέπει την προσέγγιση της στην ατομική πρωτοϊστορία του καθενός μας. Με τα παραμύθια όπως η Κοκκινοσκουφίτσα ή ο Κοντορεβιθούλης, έχουμε μεταθέσει τους μακρινούς κόσμους των κανιβάλων στον παρελθόντα κόσμο των παιδικών μας χρόνων ή στον κόσμο των παιδιών μας, που σίγουρα δεν αισθάνονται όπως οι ενήλικες απέναντι στην απαγορευμένη τροφή, αφού, κατανοούν καλύτερα από τους ενήλικες το χαρακτήρα των τραγικών συγκρούσεων, γνωρίζοντας ενδόμυχα την τεράστια ψυχική απόσταση μεταξύ πράξης και φαντασίας" (Αγγελοπούλου, 2004, σελ. 13, 14).
Άννα Αγγελοπούλου, "Ελληνικά Παραμύθια Β', Τα Αλληλοβόρα", Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα, 2004




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου