Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Άτιτλο (Η κόρη βοηθός)


Laura Pelick Siadak, Sun and Moon Love.




Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας βασιλιάς που ήτανε κασίδης*. Το 'χε μεγάλο καημό που ήτανε κασίδης και γύρευε να βρει τρόπο να του φυτρώσουνε πάλι μαλλιά. Του είπανε λοιπόν πως θα του φυτρώσουνε μαλλιά μόνο αν σφάξει ένα παιδί, μα βασιλόπουλο, και βάλει το αίμα του απάνω στο κεφάλι του, μα και το παιδί να το 'χει πιο μπρος ταΐσει με πολλά γλυκά για να γλυκάνει το αίμα του.
Σε μίαν άλλη χώρα, ζούσε ένας βασιλιάς με τη βασίλισσα του κι είχανε κι ένα παιδί, τον Φιορεντίνη, όπου το προσέχανε σαν τα μάτια τους, γιατί μια μάγισσα τους είπε πως θα το χάσουνε όταν γίνει εφτά χρονών.
Μα όταν έγινε εφτά χρονών, το παιδί άκουσε πως ήρθε στην πόλη τους ένα πολλά ωραίο καράβι όπου χε μέσα του κόσμου τα παιχνίδια και τις ομορφιές και πήγαινε όλος ο κόσμος και το θαύμαζε.
Έκλαψε λοιπόν το παιδί που δεν τ' αφήνανε να πάει κι αυτό να το δει. Κι η μάνα του η βασίλισσα φοβήθηκε να μην πάθει τίποτα το παιδί από τα πολλά τα κλάματα του και έδωσε την άδεια να πάει με την πίστη του παραμάνα, μα να πάει να δει και να φύγει, να μην κάτσει πολλή ώρα εκεί. Μόλις όμως μπήκε το παιδί στο καράβι ο κασίδης βασιλιάς, γιατί εκείνου ήτανε το καράβι, διάταξε να βγάλουν έξω όλο τον κόσμο και την παραμάνα του παιδιού που έκλαιγε κι χτυπιότανε και να σηκώσει άγκυρα το καράβι να φύγουνε. Πήγανε λοιπόν στο βασίλειο του κασίδη βασιλιά. Και το παιδί το βάλανε σ' ένα δωμάτιο κλειδωμένο καλά-καλά απ' έξω, και του πηγαίνανε μόνο όλη την ώρα γλυκά να τρώει για να γλυκάνει το αίμα του. Αυτό γινότανε πολύ καιρό κι περάσανε έτσι πολλά χρόνια και το παιδί έγινε παλικάρι. Ο βασιλιάς ο κασίδης είχε μια γυναίκα που ήτανε μάγισσα και μια κόρη λίγο πιο μικρή από το φυλακισμένο βασιλόπουλο και ήτανε πολύ έξυπνη.





Μια φορά είδε από την κλειδαρότρυπα το βασιλόπουλο και το αγάπησε και δεν ήθελε να το βγάλει ο κύρης της. Πάει λοιπόν μια μέρα που δεν την έβλεπε κανείς στο διπλανό δωμάτιο από κείνο που ήτανε φυλακισμένο το βασιλόπουλο, και του λέει να ζητήσει να του φέρουνε ξύδι και να πετούνε και οι δύο στον τοίχο, ο ένας απ' τη μια μπάντα κι ο άλλος από την άλλη, να πέσει ο τοίχος να ελευθερωθεί το βασιλόπουλο και να την πάρει μαζί του να την κάνει γυναίκα του στο βασίλειο του πατέρα του. Έτσι και έγινε. Πετουσανε ξύδι όλη μέρα κι όλη νύχτα τον τοίχο, όταν δεν τους βλέπανε, κι έπεσε ο τοίχος και ελευθερώθηκε το βασιλόπουλο και φύγανε με τη βασιλοπούλα. Λίγη ώρα όμως από τότε που φύγανε, ο κασίδης το πήρε μυρωδιά κι έτρεξε από πίσω τους να προλάβει και την κόρη του να τη σφάξει κι αυτή. Μα η μάνα της, που ήτανε μάγισσα και φοβήθηκε για την κόρη της, έριξε λέει τ' αποχτενίδια της και έγιναν λαγκάδια και βάτος και δεν μπορούσε να τη φτάσει ο βασιλιάς με τους φρουρούς του. Όταν την πλησίαζε πάλι ο βασιλιάς, ρίχνει η κόρη το χτένι της και έγιναν βουνά, και δεν μπορούσε να τα περάσει, όταν την πλησίαζε πάλι, ρίχνει, όπως της είπε η μάνα της, τον καθρέφτη της πίσω της και γίνεται θάλασσα και τοτε δεν μπορούσε να τους φτάσει καθόλου ο βασιλιάς.


Όταν λοιπόν το κατάλαβε ότι δε θα τους έπιανε, έριξε την κατάρα του: όταν φιλήσει η μάνα του το βασιλόπουλο να ξεχάσει την κοπέλα που τον βοήθησε. Μα η μάνα της επειδή αγαπούσε την κόρη της λέει κι αυτή "και να τόνε ξαναφιλήσει η μάνα του και να τη ξαναθυμηθεί πάλι". Αυτά τα 'κουσε η κόρη κι είπε στον Φιορεντίνη, όταν θα πάει στης μάνας του να μην την αφήσει να τόνε φιλήσει, γιατί θα την ξεχάσει. Κι αυτός της το υποσχέθηκε και την άφησε κάπου να τον περιμένει και πήγε στο παλάτι και παρουσιάστηκε στους γονιούς του. Ο καθένας τώρα καταλαβαίνει τη χαρά που κάνανε οι γονιοί του αφού 'χάνε από χρόνια το παιδί τους ξεγραμμένο. Αυτός όμως είπε της μάνας του να μην τον φιλήσει. Ετοιμάσανε λοιπόν στο παλάτι κουλούρια και γλυκά για να γιορτάσουν τον ερχομό του βασιλόπουλου. Εκεί που κάνανε τα κουλούρια η βασίλισσα είπε στις φιλενάδες της πως δεν την αφήνει ο γιος της να τον φιλήσει κι αυτές της λένε "Ε, και δεν πας εσύ να τόνε φιλήσεις χωρίς να το καταλάβει εκεί που κοιμάται;" "Μωρέ, καλά μου το λέτε", λέει η βασίλισσα και πάει και τον φιλάει. Ξυπνά σε λίγο το βασιλόπουλο και δεν θυμόταν καθόλου τη βασιλοπούλα που τον γλύτωσε.





Moony Khoa Le.

Αυτή περίμενε, περίμενε και σαν είδε πως δεν ερχότανε ο Φιορεντίνης κατάλαβε πως τον είχε φιλήσει η μάνα του και τη ξέχασε. Πάει το λοιπό κι αυτή και νοικιάζει ένα ωραίο σπίτι με μπαλκόνι - γιατί είχε πολλά λεφτά, βασιλοπούλα ήτανε - και βάζει και τα πιο ωραία της ρούχα και κάθεται στο μπαλκόνι και παίζει το μαντολίνο της. Ήτανε πολύ πολύ όμορφη και όλοι οι νέοι, τ' αρχοντόπουλα, που περνούσανε από κάτω, της φωνάζανε: "Αμήν, κυρία μου, να 'ρθω το βράδυ". "Ναι", έλεγε αυτή σ' ένα-ένα χωριστά, "μα κοίταξε να 'ρθεις στις οχτώ, αν έρθεις ένα λεπτό πιο μπρος ή πιο ύστερα, δε σε βάζω μέσα. Μόνο τώρα δως μου και λεφτά να ετοιμάσω το δείπνο". Της έδινε λοιπόν το κάθε αρχοντόπουλο. Μα την ώρα που του είχε πει να πάει, αυτή είχε βάλει το ρολόι της να πηγαίνει δύο λεπτά μπροστά και δεν άνοιγε την πόρτα, μόνο του 'λέγε πως ήρθε αργά. Λέει αυτός: "Μα εμένα το ρολόι μου λέει οχτώ". Λέει αυτή; "Αν είναι καλύτερο το δικό σου το ρολόι από το δικό μου με τις διαμαντόπετρες να το σπάσω εγώ το δικό μου". Και τ' αρχοντόπουλο δεν μπορούσε να πει τέτοιο πράμα μόνο έφευγε ντροπιασμένο. Αυτό όμως το 'κάμε σε πολλά αρχοντόπουλα και στο τέλος αποφασίσανε κι αυτοί να της κάνουνε δικαστήριο να τους δώσει πίσω τα λεφτά τους. Στο δικαστήριο θα 'κάνε την κρίση ο βασιλιάς και θα θα ήταν μπροστά και η βασίλισσα με τον Φιορεντίνη. Ντύθηκε λοιπόν η βασιλοπούλα να πάει να τη δικάσουνε και πήρε το δρόμο κουνιστή και λυγιστή, στο δρόμο τση λέγανε "Σιγά, κυρά, τη ζάλα σου κι ας είν' τα λόγια λίγα, γιατί στο σπίτι που θα πας είναι ο γιος του ρήγα" κι αυτή τους έλεγε "Μαγάρι να ναι ο βασιλιάς, μαγάρι να 'ναι ο ρήγας κι εγώ αιτία γύρευα να μπω στην αφεντιά". Όταν λοιπόν γινότανε το δικαστήριο ήτανε μέσα κι ο Φιορεντίνης, μα δεν την γνώρισε, και την κατηγορούσε κι αυτός. Τοτε, αυτή του λέει: "Αφέντη Φιορεντίνη μου, κάνεις δε με γνωρίζεις κι έχεις τα μάτια σφαλιχτά και δεν τ' ανεντρανίζεις; θυμάσαι που πιτούσαμε τον τοίχο με το ξύδι και σε 'φερα και κάναμε ετούτο το ταξίδι; Παρακαλώ σε, ρήγισσα, κι αρχόντισσα μεγάλη να του γυρίσεις το φιλί να με γνωρίσει πάλι". Και τότες η βασίλισσα τον φίλησε κι αμέσως την γνώρισε και την έκανε γυναίκα του και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα.
ΛΦ 1639, 2-4, Κρήτη.

Άννα Αγγελοπούλου, Αίγλη Μπρούσκου, Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών ΑΤ 300-499, τ. Α', εκδόσεις Ι.Α.Ε.Ν., Αθήνα 1999, σελ. 223-225.

*φαλακρός

......................................................................................................................................................

Το παραμύθι αυτό ανήκει στον παραμυθιακό τύπο ΑΤ 313 (η κόρη βοηθός στη φυγή του ήρωα). Σύμφωνα με τον Thompson, είναι ιδιαίτερα σύνθετο και παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία. Τα προβλήματα κατάταξης που προκύπτουν, αφού βασικά του μοτίβα (φυγή) και ο χαρακτηριστικός του κορμός (υπερφυσική σύζυγος-δοκιμασίες-μαγική φυγή) συναντώνται και σε άλλα παραμύθια, τα οποία δεν έχουν σχέση με το συγκεκριμένο τύπο, οδήγησαν στον παραλληλισμό του συγκεκριμένου παραμυθιού με τον αρχαιοελληνικό μύθο του Ιάσωνα και της Μήδειας.
Οι ελληνικές παραλλαγές παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία όσον αφορά την εισαγωγή του παραμυθιού:
-Ένας άρρωστος βασιλιάς ψάχνει να βρει γιατρειά και κάποιος του λέει ότι πρέπει να σφάξει ένα νέο παλικάρι και να λουστεί με το αίμα του,
-ένας νέος καταλήγει στην κυριαρχία ενός δράκου, γέρου, μάγου κλπ. που θέλει να τον φάει
-το μοτίβο του ταμένου παιδιού σε κάποιο πρόσωπο που προκάλεσε τη γέννηση του (μάγο, γυναίκα, αγριάνθρωπο, δράκο, διάβολο, ξωτικές).
Το μοτίβο της λησμονημένης νύφης, που αποτελεί χαρακτηριστικό του AT 313C, θυμίζει την «απαρνημένη» του δημοτικού τραγουδιού, τη γυναίκα που ο εραστής ή ο σύζυγος της τη λησμονεί και συνδέεται ερωτικά με κάποια άλλη. Ωστόσο, στο δημοτικό τραγούδι η έννοια της λήθης δεν είναι κυριολεκτική, αλλά έχει τη σημασία της ερωτικής εγκατάλειψης: ο άντρας «ξεχνά» την ερωμένη η τη σύζυγο του εκούσια ή ακούσια, επειδή τον «πλάνεψε» κάποια άλλη γυναίκα, επειδή ξενιτεύτηκε ή επειδή πέθανε και την άφησε μόνη (Άννα Αγγελοπούλου, Αίγλη Μπρούσκου, Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1999, σελ. 260-264).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου