Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Άτιτλο (Το κεφάλι-γαμπρός)


Kathleen Lolley
Κάποτε ήτανε μια βασίλισσα και μια παπαδιά. Ήτανε γειτόνισσες και πολύ αγαπημένες. Αλλά και οι δύο δεν είχανε παιδιά. "Αχ! να 'χα ένα παιδάκι", όλο έλεγε και παρακαλιόταν η παπαδιά, ώσπου μια μέρα, πάει στη βασίλισσα και της λέει! "Τι να κάνουμε λειτουργίες, να παρακαλεσθούμε. Δεν παίρνουμε λίγο λιβάνι και λίγο κερί, να πάμε στο βουνό στην κορφή, να κλαίμε γονατιστές, να μας δώσει ο θεός ένα παιδάκι..."

Πάνε λοιπόν, ανεβαίνουνε στην κορφή του βουνού κι άρχισαν να κλαίνε και να παρακαλιούνται. Τέλος, κατέβηκε ένας άγγελος και τους έδωσε ένα μήλο. Πήγανε στο σπίτι, το μοιραστήκανε κι οι δύο και μείνανε έγκυες. Γέννησε η βασίλισσα κι έκανε παιδί, κορίτσι. Γεννάει κι η παπαδιά αλλά, αντίς για παιδί, γεννάει ένα κεφάλι! Μάνα, ένα κεφάλι! Πέσανε πια στα μαύρα πανιά. Κι όχι τίποτ' άλλο αλλά που 'χάνε ορκιστεί κι οι δύο να τα παντρέψουνε τα παιδιά τους, μόλις γίνουν σε ηλικία.


Σε λίγα χρόνια, που μεγάλωσε το κοριτσάκι, ακούνε μια φωνή: "Να γίνει το θέλημα που είχανε πει", τους έλεγε το κεφάλι' δηλαδή τους θύμιζε τον όρκο τους. "Τι λες; τι να το κάνουμε το κεφάλι;" λέει η βασίλισσα. "Όχι, δε γίνεται". "Όχι, θα γίνει' πρέπει να γίνει", επέμεινε η παπαδιά. "Να σου πω", αναλαβαίνει ο βασιλιάς' "αν γίνει, να πάρει αυτά τα καρποφόρα δέντρα από δω, να γίνει μια πεδιάδα, με τη θάλασσα δίπλα, τότε θα γίνει".

Αλλά ξάφνου, ακούνε το κεφάλι, που το 'χαν ακουμπήσει σε μίαν άκρη εκεί, να λέει! "Βάλε με σ' ένα σακούλι, καβάλα το μαύρο άλογο, κρέμασε με στο σαμάρι. Μόλις ανέβηκε στο βουνό, πέταξε με", λέει στην παπαδιά το κεφάλι. Κι η παπαδιά του δίνει μια μ' όλη της τη δύναμη και το πετάει όσο έφτανε μακριά το μάτι της. Πράγματι, μόλις πετάχθηκε το κεφάλι, έγινε μια ωραία πεδιάδα, ύστερα, ξανάρθε κοντά της και της λέει: "Βάλε με στο σακούλι και πέταξε με στη θάλασσα". Μόλις το 'κάνε και τούτο η παπαδιά, ήρθε η θάλασσα κάτω από το μπαλκόνι. Ο βασιλιάς που ήταν παρέκει και τήραε κάτω, τα 'χασέ! Ήρθε σε απόγνωση. Τι να κάνει τώρα; Αλλά του 'ρθε να διατάξει κι άλλο: "Απέναντι στο παλάτι μου να φτιάξει έναν πύργο όλο κρύσταλλο' με την τρίχα να κλείνει και με την τρίχα ν' ανοίγει". Σε λίγες μέρες, έτοιμος κι ο πύργος από το κεφάλι. Τι να γινότανε; Τ' αποφασίσανε να τους παντρέψουνε, τη βασιλοπούλα με το κεφάλι!

Το βάλανε λοιπόν το βουβό κεφάλι ψηλά και τους στεφανώσανε. Αλλά η κοπέλα μέρα-νύχτα έκλαιγε. Τι 'ταν τούτο που τη βρήκε! Ένα κεφάλι! Μονάχο! Τι να το κάνει; Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα ούτε που πήγαιναν να τη δουν καθόλου. Μετά από κάμποσον καιρό, περνάει μια γύφτισσα. Την είδε που ήταν στενοχωρεμένη και της λέει: "Μη στενοχωριέσαι, κόρη μου και να σου ρίξω εγώ την τύχη σου. Έλα, κατέβα κάτω να σου ειπώ τη μοίρα σου' πες μου τον πόνο σου, να σου τον αφουγκραστώ". Αφού κάθησε λοιπόν η βασιλοπούλα, αυτό κι αυτό, της λέει. "Ένα κεφάλι μου δώκανε για άντρα και μέρα δεν έχω δει". Της λέει λοιπόν η γύφτισσα: "Στον έχει πάρει ο εξαποδώ' να σε συμβουλέψω εγώ το τι θα κάνεις. Τη νύχτα στις δώδεκα η ώρα, βάλ'το κεφάλι κοντά στο μαξιλάρι σου και κάτσε ξυπνητή, θα δεις λοιπόν και θα θαμάξει ο νους σου. Στις δώδεκα αυτός θα βγεί. Πάει στο άλλο δωμάτιο, στις νεράιδες και χορεύουνε" άκουσε με, κόρη μου, και δε θα ζημιωθείς". Πράγματι λοιπόν, εκείνη τη νύχτα καρτέραε ξάγρυπνη ώσπου, στις δώδεκα ακριβώς, ακούει ένα "κρρρούτ" κι ένας νέος βγαίνει από το σπασμένο κεφάλι και πάει στο άλλο δωμάτιο!

Την άλλη μέρα, όταν ξαναπέρασε η γύφτισσα, το και το, της λέει. "Όπως μου τα 'πες έγιναν". "Άκουσε με", της λέει. "Μόλις τον δεις και βγει από το κεφάλι, βούτα το κάκαδο και πέταξε το μέσα στο φούρνο. Αλλά να προσέξεις να ναι ο φούρνος πυρκαγιά για να ψηθεί, να ξεροψηθεί, να γίνει στάχτες". Πράγματι λοιπόν, το άλλο βράδυ, πάλι τα ίδια' πάλι ακούστηκε το "κρρρούτ" και πάλι ο όμορφος νέος βγήκε και πήγε με τις νεράιδες. Το αρπάζει λοιπόν η βασιλοπούλα το κάκαδο, κατεβαίνει στην αυλή και το πετάει στον καυτό φούρνο μέσα! Ύστερα, ήσυχη-ήσυχη, πήγε και πλάγιασε στο κρεβάτι και, κάνοντας πως κοιμάται, περίμενε να δει τι θ' απογίνει. Δεν πέρασε πολλή ώρα και να πάλι ξαναμπαίνει ο νέος στο δωμάτιο, σαν πρίγκιπας στολισμένος. Η βασιλοπούλα λοιπόν τσιμουδιά' έκανε πως κοιμότανε βαριά. Ο νέος ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, τίποτα, να βρει το ανοιγμένο κεφάλι του. Τότε λοιπόν, ανοίγει τα μάτια της η κόρη και τον τηράει με περιέργεια. "Με κέρδισες", της λέει. "Τώρα θα μείνω άνθρωπος μαζί σου αλλά κοίτα, μην το πεις πουθενά. Τ' ακούς; πουθενά!" Έτσι της είπε' και πράγματι λοιπόν, η βασιλοπούλα ούτε μιλιά ούτε τσιριά. Πάει μια φορά η μάνα της η βασίλισσα να τη δει και τη βρίσκει χαρούμενη. "Μπα", λέει η μάνα, "δόξα τω θεώ' η θυγατέρα μου το συνήθισε το κεφάλι". Τα 'κουγε βέβαια όλ' αυτά η θυγατέρα, αλλά που να μιλήσει! Της πέρασε η στενοχώρια η πολλή. Κι έτσι πήγαιναν όλα καλά.

Πέρασε, πέρασε καιρός, την καλούνε σ' ένα γάμο. Τώρα τι να κάνει η βασιλοπούλα, "θα 'ρθεις κι εσύ", του λέει του άντρα της μια μέρα. "Όχι", της λέει εκείνος. "Μα δε μπορώ να πάω μόνη μου. θα 'ρθείς!" επέμενε η κοπέλα. "Αδύνατον, σου λέω", της απαντά ο άντρας της, "γιατί εκεί θα 'μαι απ' όλους ο πιο όμορφος κι άμα με δουν, θα σε ρωτήσουν ποιος είμαι κι εσύ θα το μαρτυρήσεις". "Όχι, δε θα το μαρτυρήσω", έκλαιγε εκείνη. "Πάμε μαζί και θα δεις". Τότε λοιπόν, αφού τον κατάφερε, ντυθήκανε τα λαμπρά τους και πήγανε στο γάμο. Μόλις έκανε να μπει εκείνος στο χορό, όλες οι κοπέλες που ήτανε εκεί τα χάσανε. "Τι όμορφος, θεούλη μου, που είναι, τι λεβέντης, αυτός καλέ θα 'ναι πριγκιπόπουλο", έλεγαν και ξανάλεγαν. Ώσπου η βασιλοπούλα η γυναίκα του δεν άντεξε, "δικός μου είναι", φώναξε χαρούμενη. Ε! αυτό ήταν. Και παπ! τον πήραν αμέσως οι νεράιδες. Εξαφανίστηκε.

Moony Khoa Le
Συμφορά που τη βρήκε! Έκλαιγε, χτυπιόταν, αλλά τίποτα, ποιος να νιώσει τη δυστυχία της; Βάνει λοιπόν τον πατέρα της και της φτιάνει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να κινήσει το δρόμο της μοίρας της, μη λάχει και τον βρει. Κινάει λοιπόν μια μέρα και πάει! Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και κανένα στο δρόμο της δε συνάνταγε. Πέρασαν νύχτες και μέρες αμέτρητες, ώσπου φτάνει σ ένα σπίτι δρακόντων. Πέφτει στα γόνατα της γριάς της δράκαινας κλαίγοντας και της λέει τον πόνο της. Η γριά λοιπόν, ας ήτανε δράκαινα, ήταν καλή και τη λυπήθηκε. "Έννοια σου, κόρη μου", της λέει, "και θα σου πω εγώ που θα τον ευρείς. Μονάχα τώρα, που να σε κρύψω! Γιατί σαν έρθει ο γερο-δράκοντας κι οι γιοι μου, θα σε φάνε!" "Σώσε με, κρύψε με", της έλεγε και της ξανάλεγε κλαίγοντας η κόρη. Τέλος λοιπόν η δράκαινα τη μαγεύει και την κάνει καρφίτσα και την κάρφωσε στο πέτο της. Έτσι μονάχα θα τη γλίτωνε. Το μεσημέρι έρχεται ο δράκοντας κι οι γιοι της οι δράκοντες. "Ανθρώπινο κρέας μυρίζει, ανθρώπινο κρέας", έλεγαν και ξανάλεγαν κι όλο έψαχναν εδώ κι εκεί για να βρούνε τι τους έκρυβε η μάνα τους, ώσπου στο τέλος κι εκείνη η κακομοίρα τι να κάνει; Δε μπορούσε πια να κάνει κι αλλιώς. Και λοιπόν, αφού τους όρκισε όλους στο γάλα της μάνας τους, γιατί αυτός είναι ο όρκος των δράκων, ότι δε θα της κάνουν κανένα κακό, τους την παρουσιάζει. Και πράγματι λοιπόν δεν τη πειράξανε. Αφού φάγανε μαζί για το μεσημέρι, την παίρνει η γριά δράκαινα κατά μέρος και της λέει: "Τώρα που θα φύγεις από δω, πριν σ' εύρει η νύχτα, θα φτάσεις σ' ένα άλλο δρακοντόσπιτο, στης αδερφής μου. Πρόσεξε ό,τι σου ζητήσει να τη βοηθήσεις και κείνη θα σε στείλει για να 'βρεις τον άντρα σου". Κι αφού της είπε όλ' αυτά, την ξεπροβόδισε.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει και στ' άλλο δρακοντόσπιτο όπως της είχε πει η δράκαινα. Βρίσκει την αδερφή της και φούρνιζε. Παίρνει γρήγορα-γρήγορα ένα ξύλο κι ένα πανί, τα βρέχει και συνταύλιζε το φούρνο. Βουτάει ύστερα και το φτυάρι, ρίχνει το ψωμί κι άρχισε εκείνο να μοσχοβολάει. Η δράκαινα λοιπόν όσο κακιά κι αν ήταν, μαλάκωσε. Ήτανε πολύ κουρασμένη και της έκανε μεγάλο καλό. "Ζήτα μου ό,τι θέλεις, κοπέλα μου", της λέει, "και θα στο κάνω". Πράγματι λοιπόν, η κοπέλα άρχισε να της διηγείται τον καημό της. Μόλις τ' άκουσε αυτό η δράκαινα, λυπήθηκε ακόμα πιο πολύ και την έστειλε στην άλλη της αδερφή, την τρίτη, πάλι δράκαινα και κείνη. "Εκείνη", της λέει, "έχει κάτι τσίνουρα τόσο μακριά. Εσύ, εκείνη την ώρα που σκύβει να μπαλώσει, μ' ένα ψαλιδάκι να της κόψεις τα τσίνουρα για να δεί". Πράγματι λοιπόν, κίνησε πάλι και τράβηξε το δρόμο της. Φτάνει στο τρίτο δρακοντόσπιτο και βρίσκει τη γριά δράκαινα να βλαστημάει χίλιες κατάρες, που δεν έβλεπε να μπαλώσει. Αμέσως παίρνει το ψαλίδι και της κόβει τα μακριά της φρύδια. Η δράκαινα τότε πετιέται ολόχαρη και λέει! "Ποιος μου 'κάνε αυτό το καλό, να του κάνω κι εγώ καλό;" Τότε της παρουσιάζεται η βασιλοπούλα κι αφού την ευχαρίστησε, άκουσε τη θλιβερή ιστορία της. Τότε σήκωσε το κεφάλι της η γριά δράκαινα και της έδωσε οδηγίες. "Άκουσε να σου πω, κόρη μου", της λέει. "θα πάρεις αυτόν το δρόμο και θα πας, θα πας, όσο βαστάν τα πόδια σου. θα φτάσεις στο τέλος σε μια ρεματιά. Εκειδά θα περιμένεις και τότε θα δεις έξι γκαμήλες, που θα 'ρθουν και θα γεμίζουν τα κανάτια τους νερό από τα έξι κανάλια. Εσύ δε θα φοβηθείς ούτε θα φύγεις, θα περιμένεις εκεί κοντά κάπου κρυμμένη κι όταν θα κινήσουν για να φύγουν, θα κρεμαστείς από την ουρά της τελευταίας. Αυτές θα μπούνε μέσα στο βουνό, που ανοίγει μόνο μια φορά το χρόνο. Εκεί θα μπεις κι εσύ. Από κει κι ύστερα, θα δεις τι θα κάνεις".

Πράγματι, λοιπόν, αφού την ευχαρίστησε η βασιλοπούλα, κινάει να πάει στο ρέμα με τα έξι κανάλια. Κι έτσι όπως τα είπε η δράκαινα, έτσι κι έγιναν. Αφού πιάστηκε από την ουρά της τελευταίας γκαμήλας, πέρασε μέσα στο μαγικό βουνό. Κοιτάει γύρω-γύρω σα χαμένη, αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Όλο το βουνό κούφιο και στη μέση ένας μεγάλος πύργος όλο φως! Κανένας δεν ανέβαινε, κανένας δεν κατέβαινε στις κρυσταλλένιες σκάλες του. Αποφασίζει ν' ανεβεί τις σκάλες. Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει, κάνει έτσι και τέλος σ' ένα δωμάτιο βλέπει τον άντρα της και κοιμότανε! Τον τραβάει, τον σκουντάει, τίποτα. Κρύβεται λοιπόν σε μίαν άκρη και περίμενε. Ώσπου σε μια στιγμή ακούει ένα "φρρρρ", και το δωμάτιο γέμισε νεράιδες. Κι άναψε ξάφνου ένας χορός, μα τι χορός! όλη τη νύχτα! Το πρωί, του δώσανε κάτι, τον κοιμήσανε και φύγανε. Έκατσε εκεί η βασιλοπούλα όλην την ημέρα και περίμενε να 'ρθει το βράδυ. Μόλις το βράδυ, βγήκε από την κρύπτη της, την πήρε το μάτι του άντρα της που χόρευε. Γρήγορα-γρήγορα, λοιπόν, πάει κοντά της και της κάνει νόημα να μη μιλήσει. Πράγματι λοιπόν η βασιλοπούλα, μιλιά! Ξανακρύφτηκε και περίμενε. Το πρωί, λοιπόν, μετά το χορό, ο νέος δεν ήπιε το μαγικό χάπι που του δώσανε οι νεράιδες, "θα κάνεις υπομονή", της λέει. "Είναι πολύ δύσκολο να φύγουμε, γι' αυτό θα προσπαθήσω να πάρω κάτι από πάνω τους, για να μην μας πιάσουν, όταν φεύγουμε". Πράγματι λοιπόν, τη νύχτα στο χορό κρυφά παίρνει από τη μικρότερη νεράιδα ένα χτένι, μια καρφίτσα κι ένα σαπούνι. Το πρωί καβαλάνε ένα άλογο κι ολόταχα όπου φύγει-φύγει. Οι νεράιδες λοιπόν τους πήραν είδηση και τους παίρνουν από πίσω. Κόντευαν να τους φτάσουν, οπότε ο νέος πετάει το χτένι, κι αμέσως γίνεται ένας βατσουριώνας, που, όσο και να 'θελαν, δεν μπορούσαν να τους φτάσουν οι νεράιδες. Αλλά ύστερα πάλι κόντευαν να τους φτάσουν. Τότε πετάνε το δαχτυλίδι και γίνεται μια απέραντη λίμνη! Αυτές αγωνιστήκανε να τους φτάσουν, αλλά τίποτε. Άδικος ο κόπος τους. Τους είχαν πια ξεφύγει. Τότε το βασιλόπουλο γυρίζει και λέει στη βασιλοπούλα: "Μόλις φτάσουμε στο σπίτι σου, θα βουλώσεις και την τελευταία τρυπίτσα, από παράθυρο μέχρι κλειδαρότρυπα, για να μην μπορούν να μπούνε μέσα. Κι εκείνες, σταματημένες απ' έξω, θα παρακαλούνε, θα φωνάζουνε, θα τάζουνε χίλια δύο πράματα, αλλά κοίτα μη γελαστείς και τους ανοίξεις, θα απαυδήσουνε και θα φύγουνε". Έτσι κι έγινε λοιπόν.
Moony Khoa Le

Μόλις φτάσανε το αντρόγυνο στο σπίτι τους, βουλώσανε όλες τις τρύπες κι ακούγανε απέξω που τους παρακαλούσανε οι νεράιδες. Εκείνες εκεί πια όλο και παρακαλούσαν. Αλλά η βασιλοπούλα, τίποτα. Τσιμουδιά. Ώσπου κάποια στιγμή τη ρωτάνε: "Τι είναι όρκος;" "Της μάνας σας το γάλα", απαντά από μέσα η κοπέλα. Αφού λοιπόν ορκιστήκανε, στο τέλος τους ανοίγει. Εκείνες μπαίνουν μέσα, τον βρίσκουν το νεραϊδοπαρμένο τους, τη φιλάνε μια-μια, και φεύγουνε λέγοντας στην κοπέλα: "Χαλάλι σου, τον είδαμε, τον πήρες δικό σου". Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά στο βασίλειο τους κι εμείς καλύτερα». 
(ΛΦ 1464, 17-22. Καταγράφτηκε στη Σύμη το 1960 από την Άννα Σαραγά).
.....................................................................................................................................................


Το παραμύθι αυτό ανήκει στον παραμυθιακό τύπο ΑΤ 425 υπότυπος D. Μάζι με τον παραμυθιακό τύπο ΑΤ 400, ο ΑΤ 425 είναι οι μόνοι που πραγματεύονται το θέμα του γάμου και τα συνεπακόλουθα του. Και στους δύο παραμυθιακούς τύπους ο γάμος είναι μεικτός. Η πράξη αυτή αποτελεί πάντα τη μυστηριώδη ένωση δύο ξεχωριστών κόσμων, και στην προκειμένη περίπτωση έχουμε συνήθως ένα θηρίο, τέρας ή απλώς ένα κοινό ζώο, και μια όμορφη νέα κοπέλα. Το παραμύθι αναφέρει κατά κανόνα δύο γάμους: έναν στην αρχή κι έναν στο τέλος της ιστορίας. Σαν να υπήρχε ένας γάμος φυσικός, με την ερωτική ένωση της αρχής, κι ένας γάμος κοινωνικός, μετά την τελική αναγνώριση του ζεύγους. Στο συγκεκριμένο υπότυπο η ηρωίδα, αντί να περάσει από τον άλλο κόσμο, βρίσκεται να διαχειρίζεται η ίδια το θάνατο του ήρωα, τον ύπνο του, τη ζωή του που κινδυνεύει από τις νεράιδες. Γίνεται η σωτήρας του, η τροφός του, η γιατρός του, υπακούοντας κατά κανόνα στις πλέον θεσμοποιημένες φαντασιώσεις περί γυναικός. Στους υπότυπους αυτούς, η μυητική πορεία της ηρωίδας δεν αφορά πια την ίδια ως υποκείμενο, αλλά τον αγαπημένο της, το αντικείμενο των προσδοκιών της (Αγγελοπούλου, Μπρούσκου, 1999, σελ. 765-768).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου