Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Τα γυάλινα βουνά κι οι κοκαλένιοι κάμποι. Ένα λαϊκό παραμύθι από τη Νάξο.

Πίνακας του Ευάγγελου Δασκαλάκη.
                                       
Μια φόρα ήταν δύο αδέλφια. Μια μέρα, λέει η μάνα στον μικρότερο: "Πήγαινε να φέρεις ξύλα ν' ανάψουμε φωτιά". Αυτός, που όλο μέσα καθότανε και δεν έβγαινε έξω, λέει: "Αν θες να βγω έξω, πάρε μου δυο τρία πρόβατα να κάτσω κει να τα φυλάω".
Του πήραν τρία πρόβατα, τα παίρνει, πάει στη στάνη, σε ένα μιτάτο*, κι εκεί καθόταν. Ένα βράδυ παρουσιάζονται τρεις νεράιδες και του λένε: "Σφάξε ένα πρόβατο να το φάμε, γιατί αλλιώς θα σε χαλάσουμε".
"Βρε αμάν, μου τα πήρανε χθες η μάνα μου με τον αδελφό μου και θα με σκοτώσουνε άμα το μάθουν".
"Σφάξε το ένα πρόβατο να το φάμε, γιατί θα σε σκοτώσουμε".
Τι να κάνει, φοβήθηκε, σφάζει το ένα πρόβατο, το φτιάχνει, το συγυρίζει, το κόβει, το βάζει μέσα σε μια χύτρα, κι αδειάζει όλο το νερό μέσα. Οι τρεις νεράιδες χορεύανε μες στο μιτάτο. όταν κόντευε λοιπόν να μαγειρευτεί το κρέας του λένε: "Πήγαινε να γεμίσεις, να φέρεις νερό με τη λαΐνα".
Πάει αυτός να τη γεμίσει, κατεβάζουνε αυτές το κρέας, το μοιράζουν στα τέσσερα κομμάτια, παίρνει η κάθε μία το δικό της και αφήνουν το δικό του. Όταν γύρισε λοιπόν με το νερό, οι νεράιδες είχαν φύγει, βρήκε το μερίδιο του εκεί και το έφαγε.

Την άλλη μέρα ήταν πολύ στεναχωρημένος, που θα το μάθαιναν οι δικοί του. Σαν ήρθε το βράδυ, παρουσιάζονται πάλι οι τρεις νεράιδες. Τον βρίσκουν και του λένε: "Σφάξε το ένα πρόβατο να το φάμε, αλλιώς θα σε σκοτώσουμε".
"Βρε αμάν, βρε μάτια μου", αυτές επέμεναν. Φοβήθηκε πάλι το παλικάρι, σφάζει το πρόβατο και το φτιάχνει. Ώσπου να μαγειρευτεί, οι τρεις νεράιδες χόρευαν μες στο μιτάτο. Μόλις κόντευε να τελειώσει, του λένε: "Πήγαινε να φέρεις νερό".
Σηκώθηκε ο καημένος, παίρνει τη λαΐνα, πήγε να φέρει νερό, αυτές κάτεβασαν το κρέας, το μοίρασαν σε τέσσερα κομμάτια, παίρνει η κάθε μία το δικό της, και αφήνουν του παλικαριού το ένα.
Την άλλη μέρα λοιπόν το παλικάρι έκλαιγε απαρηγόρητα μες στο χωράφι, εκεί που είχε το πρόβατο που το απόμεινε. Παρουσιάζεται ένα γεροντάκι και του λέει: "Τι έχεις καλόπαιδο και κλαις;".
"Τι να 'χω, αυτό κι αυτό".
Λέει τότε το γεροντάκι: "Το βράδυ που θα έρθουνε μη φέρεις αντίρρηση καθόλου, μόνο σφάξε το πρόβατο κια κει που αυτές θα χορεύουνε κοίταξε ποια κοπέλα από τις τρεις σ' αρέσει. Και θα κοιτάξεις, από κει που ξαφρίζεις το κρέας, να ρίξεις εκεί που θα χορεύει λίγο αφρό απάνω στο φουστάνι της. Και μετά δε σε νοιάζει".
Το βράδυ πάνε πάλι οι νεράιδες, σφάζει αυτός το πρόβατο, αυτές το κόψανε, το στήσανε, το στήσανε, το μαγειρεύανε. Εκεί που το ξάφριζε, χορεύανε αυτές μες στο μιτάτο. Πετά λοιπόν λίγο αφρό απάνω σε μια κοπέλα, αλλά χωρίς να τον δει. Όταν τον έστειλαν να πάει να φέρει νερό και αυτές μοιράσαν το κρέας σε τέσσερα κομμάτια, κάνουν να φύγουν, όμως η νεράιδα που της έριξε αφρό δεν έφευγε. "Βρε αμάν, μάζευ' τα να φύγουμε. Λέει αυτή: "Όχι, δε φεύγω, είναι ο άντρας μου πια αυτός".
Σαν ήρθε το παλικάρι απ' το νερό βρίσκει την κοπέλα του εκεί. Του λέει λοιπόν αυτή: "Τώρα που θα με πάρεις γυναίκα σου, κοίταξε, θα πεις στη μάνα σου για τέσσερα χρόνια να μη με στεναχωρέσει, γιατί θα με χάσεις και θα λιώσεις τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, κι αν με βρεις, θα με βρεις στα γυάλινα βουνά, στους κοκαλένιους κάμπους".
Την πήρε, πήγανε σπίτι τους, το λέει της μάνας του και του αδελφού του "αυτό κι αυτό έγινε".
Πέρασε ο καιρός, έμεινε έγκυος η κοπέλα, γέννησε ένα κοριτσάκι. Μεγάλωσε το κοριτσάκι, έγινε δυο τριών χρονών. Μια μέρα, ήθελε ακόμα ένα μήνα για να κλείσουν τέσσερα χρόνια, ζύμωνε η κοπέλα στο φούρνο για να κάνει ψωμί. Η πεθερά της με το κοριτσάκι ήταν έξω. Η γιαγιά χτένιζε το κοριτσάκι κι αυτό έκλαιγε. Κι αφού έκλαιγε, η γιαγιά του λέει: "Πάψε, μη σηκωθώ να σε πετάξω μες στο φούρνο". Το ακούει αυτό η κοπέλα, πετιέται έξω κι αρπάζει το παιδί της κι εξαφανίζεται.
Έρχεται το βράδυ ο άντρας, λέει: "Η Γυναίκα μου που είναι;". Του λέει η μάνα του: "Αυτό κι αυτό παιδί μου". "Αχ βρε μάνα, τι μου έκανες".
Φεύγει το παλικάρι, πάει σ' ένα σιδερά και παραγγέλνει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια. Και του τα έκανε ο σιδεράς. Βάζει το ένα ζευγάρι και φεύγει. Όταν έφευγε από το σπίτι του, πήρε την κορδέλα της κόρης του, που την είχε αφήσει, και την έβαλε μες στην τσέπη.
Πήγαινε και πήγαινε, κάποια στιγμή έφτασε απάνω στη Νοτιά.

Λέει:"Καλημέρα, μάνα βασίλισσα". "Αν δε μ' έλεγες μάνα βασίλισσα θα σ' έτρωγα". "Γι' αυτό στο είπα κι εγώ. Μήπως ξέρεις που υπάρχουν τα γυάλινα βουνά, οι κοκαλένιοι κάμποι;". "Όχι παιδί μου, μόνο θα πας στον αδελφό μου το Σορόκο που μπορεί να ξέρει. Αλλά πρόσεχε, όταν τον συναντήσεις να του πεις, καλημέρα αφέντη βασιλιά".
Έφυγε λοιπόν και πήγαινε. Φτάνει κάποια στιγμή στο Σορόκο και του λέει:"Καλημέρα αφέντη βασιλιά". "Καλώς το παιδί, τι ζητάς από δω;". "Μήπως ξέρεις που υπάρχουν τα γυάλινα βουνά, οι κοκαλένιοι κάμποι;" "Όχι παιδί μου, μόνο θα ας στον αδελφό μου το Γαρμπή, που ίσως ξέρει".
Φεύγει το παλικάρι, φοράει το δεύτερο ζευγάρι σιδερένια παπούτσια, βρίσκει κάποια φορά τον άλλο άνεμο, και λέει: "Καλημέρα αφέντη βασιλιά". "Καλημέρα γιε. Τι ζητάς εσύ σ' αυτά τα μέρη;". "Ξέρεις που είναι τα γυάλινα βουνά, οι κοκαλένιοι κάμποι;". "Όχι παιδί μου, μόνο θα πας στον αδελφό μου το Βοριά, που είναι ο δυνατότερος όλων μας, κι αυτός μπορεί να ξέρει".
Έφυγε λοιπόν, και πήγαινε ώσπου έλιωσε και το δεύτερο ζευγάρι σιδερένια παπούτσια, κι έβαλε το τρίτο. Όσο πλησίαζε στο Βοριά, πάγωνε και κρύωνε, αλλά κάποια στιγμή έφτασε.
"Καλημέρα αφέντη βασιλιά". "Καλώς το παιδί. Τι ζητάς;" "Μήπως ξέρεις που είναι τα γυάλινα βουνά, οι κοκαλένιοι κάμποι;"."Ξέρω". Και του δείχνει.
Έφυγε λοιπόν από κει και βάδιζε, βάδιζε....ώσπου έφτασε τελικά στα γυάλινα βουνά, στους κοκαλένιους κάμπους. Εκεί, βρήκε ένα πύργο, και μπαίνει μέσα. Βλέπει ένα τραπέζι με τρία πιάτα φαγητό, δύο μεγάλα κι ένα μικρό, της κόρης του. Αφού έφαγε λίγο από το κάθε πιάτο, γιατί πεινούσε, κρύφτηκε σε μια ντουλάπα. Μπαίνουν μέσα οι νεράιδες και λέει η μία: "Θαρρείς πως λείπει από το πιάτο μου φαΐ". Λέει η άλλη, "Κι απ' το δικό μου".
Τέλος πάντων, κάτσανε να φάνε, και μετά η γυναίκα του παίρνει το κοριτσάκι της στα γόνατα της κι αρχίζει το κλάμα. "Αν κλαις για τον άντρα σου, πήγαινε βρες τον" της λένε οι άλλες. "Δεν πάω" έλεγε αυτή κι έκλαιγε. Τότε αυτός πετάει την κορδέλα του παιδιού του από τη ντουλάπα. Λέει τότε η νεράιδα: "Τι γυρεύει εδώ η κορδέλα που έβαζε η πεθερά μου στα μαλλιά της κόρης μου;"
Βγαίνει λοιπόν ο άντρας της από τη ντουλάπα και την πιάνει από το χέρι. "Ευτυχώς που μ' έπιασες γιατί θα έλιωνες άλλα τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να με γυρέψεις, και τότε δε θα μ' έβρισκες".
Κάθονται λοιπόν εκεί όλοι μαζί και περάσαν τριακόσια χρόνια! Όμως αυτόν πάντα τον έτρωγε να πάει για λίγο στο χωριό του να δει τι γίνανε ο αδερφός του, η μάνα του. Του έλεγε η γυναίκα του: "Εξαφανίστηκε, δεν υπάρχει πια άνθρωπος εκεί". Όμως αυτός την παρακαλούσε, ώσπου μια μέρα αυτή του λέει: "Πάρε αυτό το φτερωτό άλογο, και θα πας να κάνεις μια στροφή πάνω από το χωριό σου. Όμως πρόσεξε μην αγγίξεις πουθενά, ούτε με το νυχάκι σου".
Πάει αυτός με το φτερωτό άλογο, κάνει μια βόλτα πάνω από το χωριό του, και το βλέπει κατεστραμμένο. Ξαφνικά όμως, βλέπει ένα γεροντάκι ξαπλωμένο με μια τσουβάλα σ' έναν τοίχο και πάλευε να τη σηκώσει. Χαμηλώνει το άλογο και του δίνει το χέρι του να τον βοηθήσει. Τον αρπάζει κάτω τότε ο γέρος και του λέει:"Βλέπεις αυτό το τσουβάλι;". Λέει εκείνος "Ναι". "Όλα αυτά είναι σιδερένια παπούτσια και τα 'χω λιώσει να σε γυρεύω. Είμαι ο Χάρος, και τώρα σε βρήκα". Και στρέφεται το φτερωτό άλογο μόνο του και πηγαίνει στα γυάλινα βουνά, στους κοκαλένιους κάμπους.


Το παραμύθι αυτό υπάρχει στο βιβλίο της Μαριάνθης Καπλάνογλου, Παραμύθι και Αφήγηση στην Ελλάδα: Μια παλιά τέχνη σε μια νέα εποχή, εκδόσεις Πατάκη, όπως το αφηγήθηκε ο κος Δημήτριος Ν. Τσάφος από το Δανακό.
*κατάλυμα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου