Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Ο θετός γιος του δράκου και η Πεντάμορφη




Ίσως το πιο όμορφο, κατά τη γνώμη μου, ελληνικό λαϊκό παραμύθι. Από τη Θράκη....
Gina "Genie" Perez
  Ήταν ένας βασιλιάς και δεν έκανε παιδιά.  Μια φορά τον πήρε το παράπονο και βγήκε έξω από τη χώρα να περπατήσει για να ξεδώσει ο νους του. Εκεί που περπατούσε, τον βρίσκει ένας ασκητής, που ήταν δράκος και λέει του βασιλιά: «Ώρα καλή, αφέντη βασιλιά. Πού πηγαίνεις έτσι ολομόναχος και πεζός και δεν έχεις κανένα στρατιώτη μαζί σου;» «Τι να σου πω, γέροντα;» αποκρίθηκε ο βασιλιάς. «Δεν κάνω παιδιά. Και απ' αυτό το παράπονο βγήκα έξω να περπατήσω κομμάτι, για να ξεδώσει ο νους μου, γιατί είμαι για να σκάσω». Τότε ο ασκητής του λέει: «Εγώ θα σου δώσω ένα γιατρικό να κάνεις παιδί, αλλά θέλω όταν θα γίνει δώδεκα χρονών, να μου το δώσεις να το σπουδάσω και πάλι να σου το φέρω». «Γίνεται», είπε ο βασιλιάς. Τότε ο δράκος βγάζει και του δίνει ένα μήλο και του λέει: «Το μισό να φάει η βασίλισσα και τ' άλλο μισό να το φάει ο βασιλιάς να κάνει παιδί».



Πήρε το μήλο ο βασιλιάς με χαρά και πάει στο παλάτι και λέει στη βασίλισσα: «Μη λυπάσαι τώρα, βασίλισσα" τώρα πια θα κάνουμε κι εμείς ένα παιδί. Αυτό το μήλο μου το 'δωσε ένας ασκητής και να φάμε από μισό για να κάνουμε παιδί». Τότε πιάνει η βασίλισσα και το κόβει το μήλο και το μισό το δίνει στο βασιλιά και το τρώει και τ' άλλο το μισό το 'φαγε εκείνη και γκαστρώθηκε και ήρθε καιρός και γέννησε η βασίλισσα και γέννησε ένα αγόρι. Και το αναθρέψανε και το χαίρονταν. Και όταν γίνηκε έξι-εφτά χρονών το στείλανε στο σχολείο και μάθαινε γράμματα μέχρι που γίνηκε δώδεκα χρονών. Τη μέρα που συμπλήρωσε τα δώδεκα χρόνια, πάει ο δράκος στο παλάτι και γύρεψε από το βασιλιά το παιδί. Και ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να μην το δώσει το παιδί. Το πήρε λοιπόν ο δράκος το παιδί και το πήγε σε άλλη χώρα και το 'βαλε πάλι στο σχολείο και έμαθε τα γράμματα καλά. Και ύστερα ο δράκος το έφτυσε μέσα στο στόμα και του έδωσε δρακοντίσια δύναμη. Και τότε το έφερε πάλι στον πατέρα του το βασιλιά. Του 'δωσε και ένα μαχαιρούδι και του είπε πως αυτό το μαχαιρούδι ποτέ να μην το βγάζει από πάνω. Και όσο το φορεί κανένα να να μην φοβάται. Και αφού κάθισε κοντά στον πατέρα του κανένα χρόνο, γύρεψε να φύγει πάλι να γυρίσει όλο το βασίλειο. Και πήγε μέσα στο βασιλικό το αχούρι για να διαλέξει ένα άλογο για να καβαλικέψει. Και τα τραβούσε από την ουρά να τα δοκιμάσει, να δει μπορούν να τον σηκώσουν; Και όσα άλογα ήταν μέσα στο αχούρι, όλα τα τράβηξε από την ουρά κι όλα γονατίσανε.

Mermaid Princess, Jacob Studer
Και το λέει του πατέρα του ότι κανένα άλογο δεν υπάρχει που να μπορεί να τον σηκώσει και θάμαξε ο βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν, κει που σεριάνιζε μέσα στους παχτσέδες (κήπους) βλέπει έναν παχτσέ κι είχανε στο μαγγανοπήγαδο δεμένη μια παλιοφοράδα και κατά πόδι της πήγαινε ένα πουλάρι ως έξι μηνών. Πηγαίνει στον παχτσεβάνη (κηπουρό) και του λέει: «Δε μου το πουλάς εμένα αυτό το πουλάρι;» «Σου του πουλώ», είπε ο παχτσεβάνης. Και κάνανε τη συμφωνία και το πήρε κείνο το πουλάρι το βασιλόπουλο, γιατί το γνώρισε πως κείνο το πουλάρι ήτανε από γοργόνα. Είχε έρθει σε επαφή η παλαιοφοράδα με γοργόνα αρσενικιά και δεν το 'ξερε ο παχτσεβάνης. Το βασιλόπουλο έβαλε και έναν άνθρωπο για να προσέχει μόνο αυτό το πουλάρι όσο να μεγαλώσει, να μπορεί να το καβαλικέψει.

Έξω από το βασιλικό το παλάτι ήτανε μια μεγάλη πέτρα, που δεν μπορούσαν να την σηκώσουν εκατό νοματαίοι. Και κάθε πουρνό το βασιλόπουλο, για να γυμνάζεται, πήγαινε και τη σήκωνε και την έβαζε παρακάθι κι έλεγε: «Α, τώρα ίσιωσαν λίγο τα κόκαλά μου». Ο βασιλιάς την είδε μια μέρα την πέτρα μετατοπισμένη αλλά δεν την περιεργάστηκε τόσο. Άλλη μέρα πάλι την είδε σε άλλο μέρος και ρώτησε τους δούλους και του είπε μια δούλα πως κάθε πουρνό σηκώνεται το βασιλόπουλο απ' τον ύπνο και αφού νιφτεί και χτενιστεί, πηγαίνει και τη σηκώνει αυτή την πέτρα και τη μετατοπίζει και λέει: «Α, τώρα ίσιωσαν κομμάτι τα κόκαλά μου». Παραφύλαξε λοιπόν ο βασιλιάς ένα πουρνό
και τον είδε πως τη σήκωσε και θάμαξε και το 'νιωσε πως ο γιος του είναι δρακοφορεμένος. Όταν μεγάλωσε το πουλάρι, το καβαλίκεψε και πάει να γυρίσει το βασίλειο να δει κόσμο. Εκεί που πήγαινε, τον πιάνει μια φουρτούνα που ξερίζωνε τα δέντρα. Κι αυτή την ώρα πέφτει ένα παλικάρι από τον ουρανό και λέει στο βασιλόπουλο: «Ώρα καλή, αδερφέ». «Πολλά τα έτη», απολογήθηκε το βασιλόπουλο. «Πού πηγαίνεις;» το ρωτά. «Πηγαίνω να δω κόσμο», είπε το βασιλόπουλο. «Ας πάμε μαζί», είπε το παλικάρι. «Ας πάμε», είπε το βασιλόπουλο και γινήκανε σταυραδέρφια και πήρανε το δρόμο μαζί και πηγαίνανε.

Και κει που πηγαίνανε, βρήκαν έναν πύργο κι έξω από τον πύργο μια βρύση. Και καθίσανε εκεί στη βρύση να ξεκουραστούν, να φάνε και κομμάτι ψωμί. Και κει που τρώγανε, κατέβηκε μια δούλα από τον πύργο να πάρει ένα τάσι νερό, να πάει στην κοκκώνα της να πιει, και γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό κι η δούλα είπε: «Δεν ταιριάζουνε τα δικά σας τα χείλια να πιουν νερό με της κοκκώνας μου το τάσι». «Πρε!», είπε το βασιλόπουλο, «καλύτερη είναι η κοκκώνα σου από μας;» Και πετιέται απάνω και αρπάζει το τάσι και το γεμίζει νερό και το δίνει στο σταυραδερφό του και πίνει κι ύστερα πίνει και κείνος και το έδωσε το τάσι στη δούλα. Και κείνη το γέμισε και το πάει επάνω στην κοκκώνα της,
και είπε πως κάτω στη βρύση είναι δυο παλικάρια και της γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό και κείνη δεν το 'δωσε και τ' αρπάξανε απ' τα χέρια της και ήπιανε. Και τη μάλωσε η κοκκώνα της, γιατί να μην τους δώσει το τάσι να πιουν νερό. Και την έστειλε και πήγε και τους είπε να πάνε επάνω στον πύργο. Και όταν πήγανε, τους καλοδέχτηκε και τους έβαλε τραπέζι και φάγανε. Φάγανε δε φάγανε, βλέπουν κι ανεβαίνει στον πύργο ο ασκητής, ο ψυχοπατέρας του βασιλόπουλου και βαστούσε μια κληματσίδα στο χέρι και πιάνει και στεφανώνει το παλικάρι με τη βασιλοπούλα και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα ετοιμάστηκε και το βασιλόπουλο
να φύγει και βγάζει το δαχτυλίδι του και το δίνει στο σταυραδερφό του και του λέει: «Βάλ' το αυτό στο χέρι σου και όποτε σε σφίξει, να ξέρεις πως πέθανα και να έρθεις να με βρεις». Ύστερα αποχαιρετηθήκανε και έφυγε το βασιλόπουλο.

Στο δρόμο που πήγαινε, πήρε πάλι μια φουρτούνα μεγάλη κι έπεσε πάλι από τον ουρανό ένα παλικάρι, και χαιρετηθήκανε και γινήκανε σταυραδέρφια και πηγαίνανε. Και στο δρόμο που πηγαίνανε, βρήκανε ένα πύργο πάλι και έναν τσεσμέ (βρύση), καθίσανε στον τσεσμέ και κατέβηκε η δούλα να πάρει νερό με το τάσι. Γύρεψαν να πιούνε νερό, δεν τους έδωσε το τάσι η δούλα, το άρπαξε το βασιλόπουλο και ήπιανε' το είπε η δούλα της κοκκώνας της και τους προσκάλεσε επάνω στον πύργο και τους έβαλε τραπέζι και φάγανε. Πρόφτασε πάλι ο ασκητής με μια κληματσίδα στο χέρι και τη βάζει την κληματσίδα και στεφανώνει το παλικάρι με την κοκκώνα του πύργου και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα πάλι το βασιλόπουλο πιάνει και μπήγει το σπαθί του απ' τη μύτη στο ταβάνι και λέει στο σταυραδερφό του πως σαν πέσει μοναχό του το σπαθί, να ξέρει πως είναι πεθαμένος και να πάει να τον βρει.


In Cathedrals of the Forest, by Stephanie Pui -Mun Law
Καβαλίκεψε πάλι το γοργονούδι του και πάει. Και περπατούσε μέσα στα βουνά. Εκεί βρήκε έναν πύργο και σ' αυτόν τον πύργο καθότανε η Έμορφη του Κόσμου. Κι έδεσε κάτω στο αχούρι το γοργονούδι του κι αυτός πάει επάνω. Μόλις τον είδε η Έμορφη τον καλοδέχτηκε και τον ρώτησε πώς ήταν και πήγαινε σ' εκείνα τα μέρη; Και το βασιλόπουλο είπε: «Για σένα ήρθα για να
σε πάρω». «Καλά», είπε η Έμορφη, «κι εγώ σε παίρνω, αλλά βλέπεις εκείνο τον πύργο εκεί; Τον έχω φτιαγμένο όλον με ανθρώπινα κεφάλια και κόκαλα, γιατί πολλά βασιλόπουλα σαν εσένα ήρθανε για να με πάρουνε και δεν μπορέσανε. Και γω τα έσφαζα κι έκανα αυτόν τον πύργο. Λοιπόν αύριο θα παλέψουμε. Κι αν με νικήσεις, θα με πάρεις, κι αν σε νικήσω, θα σε σφάξω και θα πάρω και το δικό σου το κεφάλι και τα κόκαλά σου να τα βάλω εκεί στον πύργο». «Γίνεται», είπε το βασιλόπουλο.

Το πουρνό λοιπόν ήρθε η ώρα να παλέψουνε. Και πιαστήκανε στο πάλεμα. Πιάνει η Έμορφη το βασιλόπουλο και το σηκώνει και το χτυπά μία κατά γης και μπήκε το βασιλόπουλο μέσα στη γης ως τους αστράγαλους. Πάει πάλι να το πιάσει η Έμορφη το βασιλόπουλο και την πιάνει αυτό και την τινάζει, μπήκε ως τη μέση' ύστερα κι αυτή χύνεται, τον πιάνει και τον χτυπά μια κατά γης και μπαίνει κι αυτός ως τη μέση. Τότε φωνάζει το βασιλόπουλο: «Τώρα σε θέλω, μαχαιρούδι μου». Αυτό είπε κι ευθύς βρέθηκε έξω από τη γης' κι αρπάζει την Όμορφη και την χτυπά κάτω και μπήκε ως τα στήθη. Τότες είπε κείνη: «Ε, τώρα πια με νίκησες. Είμαι δική σου και συ δικός μου». Και πήγαν απάνω στον πύργο και φάγανε και χαρήκανε. Και τη νύχτα πλαγιάσανε μαζί. Το βασιλόπουλο όμως έβαζε ανάμεσά τους ένα προσκέφαλο. Και ρώτησε η Έμορφη: «Εμ, γιατί το βάζεις αυτό; Τώρα είμαστε το ένα». «Έχουμε καιρό», είπε το βασιλόπουλο, «για να γίνουμε το ένα».

Έμαθε ένας γέρος βασιλιάς πως την Έμορφη του Κόσμου την πήρε πια ένα βασιλόπουλο και θέλησε να την πάρει αυτός απ' τα χέρια του βασιλόπουλου. Γιατί του είχε πει ένας μάγος ότι, άμα κοιμηθεί με αυτήν την Όμορφη, θα σηκωθεί το πουρνό είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Έστειλε στρατεύματα να την πάρει, δεν μπορέσανε. Γιατί όσο είχε το μαχαιρούδι του το βασιλόπουλο, ήταν ανίκητο. Τότε στέλνει ο βασιλιάς μια γριά για να μπορέσει να γελάσει την Έμορφη, να την πάρει να φύγουνε. Την πήγανε λοιπόν στρατεύματα τη γριά ως εκείνο το μέρος, και κείνα κρυφτήκανε. Κι η γριά λοιπόν άρχισε να κλαίει έξω από τον πύργο κι έκανε πως είχε ένα γιο και πήγε εκεί να για να πάρει την Έμορφη και τονέ σκότωσε. Τη νύχτα ακούσανε τα κλάματα της γριάς το βασιλόπουλο και η Έμορφη και την παρηγορούσανε. Ήρθε η ώρα να πλαγιάσουνε. Είπανε στη γριά να πάει σε μιαν άλλη κάμαρα να πλαγιάσει και είπε: «Όχι, παιδιά μου, το παιδί μου να 'ναι σκοτωμένο εδώ, κι εγώ να πλαγιάζω
στα μαλακά, δεν το πάει η ψυχή μου. Να, εδώ που κάθομαι, θα ζαρώσω ως το πουρνό». Την αφήσανε λοιπόν κι έμεινε.

Τη δεύτερη τη μέρα έμαθε από την Όμορφη πως η ανδρεία του ήτανε σε ένα μαχαιρούδι. Το βράδυ λοιπόν το βασιλόπουλο, όποτε ήθελε να πλαγιάσει, έβγαζε το μαχαιρούδι από το ζωνάρι του, και το έβαζε από κάτω από το προσκέφαλο του. Τα μεσάνυχτα σηκώνεται η μπαμπόγρια και αγάλια αγάλια απλώνει, παίρνει το μαχαιρούδι και κατεβαίνει κάτω από τον πύργο και έδωσε είδηση στα στρατεύματα και πήγανε και πήρανε την Έμορφη και την πάνε στον βασιλιά. Και ο βασιλιάς θέλησε ευθύς να την στεφανωθεί, γιατί βιαζότανε να γίνει είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Η Έμορφη όμως γύρεψε σαράντα μέρες διορία, με την ελπίδα πως θα πάει το βασιλόπουλο να τη λευτερώσει. Η γριά, όταν πήρε το μαχαιρούδι, το έριξε μέσα στη θάλασσα. Τότε έσφιξε το δαχτυλίδι το δάχτυλο του σταυραδερφού του και το σπαθί έπεσε από κει που ήτανε μπηγμένο. Ο πρώτος που 'χε το δαχτυλίδι πήρε αθάνατο νερό μαζί του. Kαι είχε την αξία να βάζει τ' αυτί του κατά γης, ν' ακούει τι γίνεται σ' όλη τη γης την οικουμένη. Έβαλε λοιπόν τ' αυτί του κατά γης και άκουσε πως έχει το βασιλόπουλο έναν άλλον σταυραδερφό και του άφησε το σπαθί του και πως ρίξανε το μαχαιρούδι μέσα στη θάλασσα και πήρανε τη γυναίκα του και κείνος είναι πεθαμένος στο κρεβάτι του. Παίρνει λοιπόν τ' αθάνατο το νερό και πηγαίνει και βρίσκει τον άλλον το σταυραδερφό. Aυτός πάλι ήξερε τη γλώσσα των ψαριών και τον ακούγανε σε o, τι τους έλεγε.

Σηκώνονται λοιπόν και πηγαίνουνε εκεί στον πύργο και βρίσκουνε το σταυραδερφό τους και κοιμότανε στο κρεβάτι του τον αξύπνητο. Τότε του έχυσε το αθάνατο νερό ο σταυραδερφός του και αναστήθηκε και ξύπνησε και είπε: «Τι βαθιά κοιμόμουνα!» «Δεν κοιμόσουνα, μόνο ήσουνα πεθαμένος». Τότε γύρεψε το μαχαιρούδι του, πού 'ν 'το; Τότε του είπανε: «Το μαχαιρούδι σου είναι μέσα στη θάλασσα και τη γυναίκα σου την πήρε άλλος βασιλιάς». «Εμ, τώρα;» ρώτησε το βασιλόπουλο με τα δάκρυα. «Μη λυπάσαι», του λέει ο άλλος σταυραδερφός του, «τώρα εγώ σου φέρνω το μαχαιρούδι σου.Σεις καθίστε εδώ».

Fish, Debra Golden
Και φεύγει και πηγαίνει στη θάλασσα και φωνάζει όλα τα ψάρια και τα ρωτά: «Δεν είδατε κανένα μαχαιρούδι να πέφτει μέσα στη θάλασσα;» Όλα τα ψάρια στεκότανε και συλλογίζονταν. Και κει που συλλογίζονταν, βλέπουνε κι έρχεται και κείνο απ' τα μακριά. Και το ρωτήσανε τ' άλλα τα ψάρια, και είπε: «Α, εγώ το είδα κείνο το μαχαιρούδι την ώρα που 'πεφτε. Εκείνη την ώρα κοιμόταν ένας γεροσάζανος με το στόμα του ανοιχτό κι έπεσε μέσα στο στόμα του ίσια. Και τώρα πάλι πέρασα και τον βρήκα και κοιμότανε. Τώρα να πάω να το φέρω». Γυρίζει το ψαρούδι μάνι μάνι και πηγαίνει και βρίσκει το σάζανο και, καθώς είχε το στόμα του ανοιχτό, χώνεται μέσα στην κοιλιά και παίρνει το μαχαιρούδι και το πάει. Το παίρνει το παλικάρι το μαχαιρούδι και το πάει στο βασιλόπουλο. Αυτό άμα είδε το μαχαιρούδι του, πέταξε από τη χαρά του.

Κείνο το βράδυ απομείνανε στον πύργο, φάγανε, ήπιανε και χαρήκανε και πλαγιάσανε. Το πουρνό είπε το βασιλόπουλο: «Ε, αδέρφια, σας ευχαριστώ για τη χάρη που μου κάνατε. Α να πάτε τώρα να ησυχάσετε κι εγώ θα πάω να βρω τη γυναίκα μου». Και αφού ο ένας ο σταυραδερφός του έβαλε τ' αυτί του κατά γης κι έμαθε πού βρίσκεται η γυναίκα και πως τον περιμένει να πάει, αγκαλιαστήκανε και φιληθήκανε και χωρίσανε. Και τα δυο τα σταυραδέρφια του γυρίσανε το καθένα στον πύργο του. Ανέβηκε και το βασιλόπουλο στη γοργόνα του και πηγαίνει σ' εκείνη τη χώρα που 'τανε η γυναίκα του και πάει σε μιας γριάς το σπίτι κι έκανε κονάκι (κατέλυσε). Το πουρνό λέει στη γριά: «Να σηκωθείς να πας στο βασιλικό το παλάτι που κάθεται η ξένη η βασίλισσα και να της πεις: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις; Για να κάνει όλη τη χώρα και τον κόσμο αχλιά (στάχτη);» Σηκώνεται η γριά, πηγαίνει στο παλάτι που καθότανε η Έμορφη και βρίσκει τρόπο και πηγαίνει κοντά της και της λέει κρυφά: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις πάλι ή θα αφανίσει τη χώρα και τους ανθρώπους μαζί;» «Τι θα πει
τονέ θέλω;» είπε η Έμορφη. «Εγώ τον περιμένω τόσον καιρό. Τώρα που 'ρθε, θα πω στο βασιλιά να αρχίσει τη χαρά. Και συ τον άνδρα μου, να του φορέσεις γυναικεία φορέματα, να κάνεις πως και καλά είναι θυγατέρα σου. Και 'γώ θα στείλω την καλέστρια να την προσκαλέσει στο γάμο. Κι όταν θα 'ρθει, ξέρουμε τι θα κάνουμε».

Πήγε η γριά, τα 'πε αυτά τα λόγια στο βασιλόπουλο και χάρηκε. Κι η Έμορφη μήνυσε του βασιλιά πως την Κυριακή να προστάξει να ετοιμάσουνε για να γίνει η χαρά. Ετοιμαστήκανε λοιπόν για τη χαρά, στείλανε την καλέστρια και προσκάλεσε στο γάμο, πήγε προσκάλεσε και της γριάς τη θυγατέρα. Σηκώνεται λοιπόν αυτή την Κυριακή και στολίζει το βασιλόπουλο καλά καλά και το κάνει ένα κορίτσι, και το παίρνει και πάνε στη χαρά. Άμα τον είδε η Έμορφη, τον γνώρισε και τον πήρε μέσα και τον έκρυψε από κάτω από το κρεβάτι που θα κοιμηθούνε το βράδυ. Αφού λοιπόν τελείωσε η χαρά και έφυγε ο κόσμος ο προσκαλεσμένος, πήγε ο γαμπρός και πλάγιασε στο κρεβάτι και περίμενε και τη νύφη να πλαγιάσει για να γίνει είκοσι πέντε χρονών. Τότε βγαίνει το βασιλόπουλο και του παίρνει το κεφάλι του με το μαχαιρούδι. Και πλαγιάσανε αυτός με τη γυναίκα του' αλλά ανάμεσα έβαλε πάλι ένα προσκέφαλο. «Ως πότε θα το βάζεις αυτό το προσκέφαλο;» «Έχει καιρό ακόμα», είπε το βασιλόπουλο και πλάγιασε. Το πουρνό όταν σηκώθηκε, τον είδαν οι άνθρωποι του παλατιού και θαμάξανε πως ο γέρος ο βασιλιάς γίνηκε είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Τότε βλέπει πάλι τον ασκητή κι έρχεται με μια κληματσίδα στο χέρι και στεφανώνει το βασιλόπουλο με την Έμορφη του Κόσμου' και το βράδυ πλαγιάσανε πια μαζί και δεν έβαζε πια προσκέφαλο ανάμεσα. Υστερα έφυγε ο ασκητής και το βασιλόπουλο έμεινε εκεί και βασίλεψε.

Το παραμύθι αυτό υπάρχει στο Επεξεργασία Παραμυθιακών Τύπων και Παραλλαγών ΑΤ 560-699, των Καπλάνογλου, Αγγελοπούλου, Κατρινάκη, εκδόσεις Ε. Ι. Ε, Αθήνα 2007.



2 σχόλια:

  1. Πως ακριβώς ορίζονται τα "σταυραδέρφια" ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σταυραδέρφια λέγονται δύο άτομα που, μέσω ενός τελετουργικού,ενώνονται με αδελφικούς δεσμούς, χωρίς όμως να έχουν συγγενικούς δεσμούς αίματος, και δίνουν όρκους αλληλοϋποστήριξης. Το πιο συνηθισμένο τελετουργικό είναι το ανακάτεμα των αιμάτων τους. Σ' αυτή την τελετή, "σταυρώνονται" τα αίματα τους, εξ ου και η λέξη σταυραδελφός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή