Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Χιονάτη



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρεις αδελφές. Η μια απ' αυτές ήταν πάρα πολύ όμορφη και οι άλλες δύο τη ζήλευαν πολύ. Την κακομεταχειρίζονταν, την έντυναν άσχημα και τον χειμώνα την άφηναν να κρυώνει. Αυτή για να ζεσταίνεται, πήγαινε κοντά στις στάχτες, γι' αυτό την έλεγαν Σταχτομπούτα. Αυτές οι αδελφές είχαν ένα μαγικό καθρέφτη, που τον έλεγαν Ήλιο. Πήγαιναν λοιπόν μπροστά σ' αυτόν κάθε πρωί και οι τρεις, αφού οι δυό στολίζονταν πάρα πολύ και φορούσαν ωραία φορέματα και φανταχτερά βραχιόλια, και τον ρωτούσαν: «Ήλιε μου, ήλιε μου, ποια είναι η ομορφότερη απ' όλες;» «Η τρίτη, η Σταχτομπούτα», απαντούσε κάθε φορά ο ήλιος. Αυτό λοιπόν δεν μπορούσαν να το χωνέψουν oι αδελφές οι δυό για πολύ, γι' αυτό μια μέρα έδιωξαν κακοντυμένη τη Σταχτομπούτα, για να χαθεί και να μην ξαναφανεί στα μάτια τους. 


Αυτή κλαίγοντας έφυγε και πήγαινε όπου τη βγάλει ο δρόμος. Τη νύχτα κοιμότανε στις κουφάλες των δέντρων και την ημέρα περιπλανιόταν. Ώσπου, μια μέρα, βρήκε ένα ωραίο σπίτι, ανοιχτό και μόνο του. Μπήκε μέσα δειλά και βεβαιώθηκε ότι δεν είναι κανείς. Παρατήρησ' εκεί μέσα ότι υπήρχαν όλα τα είδη από σαράντα (σαράντα πιάτα, σαράντα πιρούνια, σαράντα παπούτσια κ.λπ.). Υπήρχε όμως μεγάλη ακαταστασία. Κάθισε λοιπόν, έπλυνε τα πιάτα, σκούπισε, συγύρισε, άφησε τα πάντα καθαρά κι όταν πλησίαζε να βραδιάζει, κρύφτηκε έξω κάπου εκεί κοντά. Είδε λοιπόν το βράδυ να 'ρχονται σαράντα δράκοι. Όταν βρήκαν αυτά όλα περιποιημένα, απόρησαν ποιος τα είχε κάνει. Κάθε μέρα λοιπόν, όταν γύριζαν, έβρισκαν πάντα το ίδιο: καθαρά, μαγειρεμένα, τα πάντα έτοιμα.

Σκέφτηκαν τότε να μείνει ένας κρυμμένος κάπου μέσα στο σπίτι. Όταν λοιπόν πήγε η κόρη-Σταχτομπούτα να συγυρίσει το σπίτι, αυτός φανερώθηκε. Κείνη τρόμαξε, αλλά ο δράκος την ευχαρίστησε που ερχότανε και τους έκανε τις δουλειές και της είπε να μείνει στο σπίτι τους κι αυτοί δεν θα την αφήσουν να χαθεί. Οι δύο αδελφές της, που τη νόμιζαν χαμένη, πήγαν μπροστά στον καθρέφτη κι άρχισαν να ρωτούν: «Ήλιε μου, ήλιε μου, ποια είναι η πιο όμορφη απ' όλες;» «Η Σταχτομπούτα», απάντησε ο ήλιος. «Μα, η Σταχτομπούτα ζει;» ρώτησαν αυτές. Κι ο ήλιος απάντησε: «Ζει και βασιλεύει και βασίλισσα ηγένει». Τότε αυτές, πήγαν να σκάσουν από το κακό τους. Σκέφτηκαν λοιπόν να ντυθούν φτωχές πωλήτριες καν πάνε να  βρουν  το σπίτι που έμενε η αδελφή τους, για να της κάνουν κακό.

Πράγματι λοιπόν, Φόρεσαν άλλα ρούχα, πήραν μαζί και διάφορα πράματα, βραχιόλια, σκουλαρίκια, καρφίτσες, να τα πουλήσουν, και ξεκίνησαν να βρουν τη Σταχτομπούτα. Βάδισαν, βάδισαν πολύ. Κάποτε έφτασαν στων δράκων το σπίτι και φώναξαν: «Κυρά —κυρά!» «Ορίστε», λέει η Σταχτομπούτα. «Έβγα να σε ιδούμε». « Οχι, δε βγαίνω». «Έλα να ιδείς, έχουμε ωραία πράματα». Τότε βγήκε στο παράθυρο και κοίταξε. Εκεί καθώς μιλούσε κι είχε το στόμα του ανοιχτό, τις πετούν οι αδελφές της ένα δαχτυλίδι στο στόμα. Η Σταχτομπούτα πέθανε αμέσως και οι αδελφές της  έφυγαν. Όταν γύρισαν το βράδυ οι δράκοι στην καλύβα, βρήκαν τη Σταχτομπούτα πεθαμένη. Της έκαναν τότε ένα χρυσό κουτί και την έβαλαν μέσα· κι αυτό το κουτί, το κρέμασαν επάνω σ' ένα δέντρο, έξω από την καλύβα τους.

Ο γιος του βασιλιά πήγαινε κυνήγι και μια μέρα έφτασε ώς εκεί και είδε το χρυσό κουτί που ήταν επάνω στο δέντρο. Ανέβηκε τότε ψηλά επάνω. Το δέντρο όμως κουνήθηκε κι έπεσε κάτω το κουτί. Όπως έπεσε, ταράχτηκε και βγήκε το δαχτυλίδι από το στόμα και η Σταχτομπούτα ξαναζωντάνεψε. Μόλις την είδε το βασιλόπουλο, του άρεσε πολύ και της είπε ότι θα την πάρει γυναίκα του. Όταν το βράδυ ήρθαν οι δράκοι, βρήκαν βρήκαν τη Σταχτομπούτα ζωντανή και τη ρώτησαν: «Πώς ξαναζωντάνεψες;» Είπε η Σταχτομπούτα πως ήρθε ο γιος του βασιλιά, πως αναστήθηκε και πως της είπε ότι θα την πάρει γυναίκα του. Ήρθε αργότερα το βασιλόπουλο, και την πήρε στο παλάτι του.


Kyle, Homage to Klimt's Tree of Life
Οι αδελφές  του ρωτούσαν πάλι τον ήλιο ποια είναι η καλύτερη κι ο ήλιος έλεγε: Η Σταχτομπούτα», απάντησε ο ήλιος. «Μα, η Σταχτομπούτα ζει;» ρώτησαν αυτές. Κι ο ήλιος απάντησε: «Ζει και βασιλεύει και βασίλισσα ηγένει». Τότε ξαναφόρεσαν άλλα ρούχα, πήραν διάφορα πράγματα όπως πρώτα, και πήγαν στο παλάτι. Όταν έφτασαν εκεί, φώναξαν: «Κυρά, έ κυρά, έβγα να σε ιδούμε, έχουμε ωραία πράγματα». Βγήκε πάλι η Σταχτομπούτα από το παράθυρο και κοίταζε. Εκεί που μιλούσε, του πέταξαν μια βελόνα στο στόμα οι αδελφές της και η Σταχτομπούτα έγινε μηλιά στον κήπο. Οι αδελφές της έφυγαν. Όταν πήγαινε το παιδί της να κόψει μήλα, η μηλιά χαμήλωνε τα κλωνάρια της για να τα φτάσει· όταν πήγαινε ο βασιλιάς, πάλι χαμήλωνε η μηλιά. Όταν όμως πήγαινε η αδελφή του, που ζήλευε και μάλωνε τη Σταχτομπούτα, τότε ψήλωνε πολύ η μηλιά τα κλαριά της και δεν την άφηνε να κόψει μήλα. Γι' αυτό λέει μια μέρα η αδελφή του βασιλιά: «Θα την κόψω αυτή τη μηλιά». «Όχι», λέει ο βασιλιάς, που κατάλαβε ότι αυτή ήταν η γυναίκα του, «δε θα την κόψεις». «Θα την κόψω», λέει η αδελφή του. Και μια μέρα πήρε το τσεκούρι κι άρχισε να την κόβει. Εκείνη την ώρα πέρασε μια γριά και ζήτησε ένα ξύλο. Κι ο βασιλιάς, που ήταν κι αυτός εκεί, της τόδωσε. Το πήρε η γριά και πήγε σπίτι της. Εκεί, έβαλε το κρέας πάνω στο ξύλο και το κοπανούσε να το κάνει ψιλό. Όπως όμως κοπανούσε το κρέας άκουσε μια φωνή που έλεγε: «Μη με χτυπάς εδώ, γιαγιά, είν' το χεράκι μου». Τότε η γιαγιά, άνοιξε με προσοχή το ξύλο και βγήκε από μέσα μια ωραία κοπέλλα με χρυσά φορέματα, που έλαμψε όλο το δωμάτιο.

Ο βασιλιάς όμως, όταν έδωσε το ξύλο, πήγε κοντά στη γριά και κοίταζε από την πόρτα κρυφά· τα είδε όλα αυτά. Κάποια άλλη μέρα, περνούσε η γριά έξω από το παλάτι· την είδε ο βασιλιάς και της λέει: «Γιαγιά, θέλω να με φιλέψεις στο σπίτι σου». «Α», λέει η γριά, «δεν έχω τίποτε, τι να σε φιλέψω;» «Ό,τι έχεις, θα φάω κι εγώ». Από τα πολλά δέχτηκε η γριά να τον φιλέψει- πήγε ο βασιλιάς στο σπίτι της. Μόλις είδε τη Σταχτομπούτα, αμέσως τη γνώρισε, που ήταν η γυναίκα του κι ήθελε να την πάρει. Η γριά όμως δεν την άφηνε. Ήθελε να την κρατήσει σπίτι της. Στο τέλος όμως την πήρε ο βασιλιάς και την πήγε στο παλάτι του. Κι από τότε, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου